ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ

Τρεις δεκαετίες πριν: η κατάργηση της ΙΙΙ Μεραρχίας Ειδικών Δυνάμεων (Α΄ Μέρος)

Από Σάββας Δ. Βλάσσης

Τέτοιες ημέρες πριν τρεις δεκαετίες, με απόφαση της κυβερνήσεως ΠΑΣΟΚ, διαλυόταν η ΙΙΙ Μεραρχία Ειδικών Δυνάμεων (ΙΙΙ ΜΕΔ) που είχε συμπληρώσει ζωή μόλις δέκα ετών. Η συγκρότηση της ΙΙΙ ΜΕΔ είχε συντελεσθεί το 1978, υπό το φως των συμπερασμάτων που είχαν εξαχθεί από την τουρκική εισβολή στην Κύπρο και τις εισηγήσεις των αρμοδίων στρατιωτικών οργάνων, που επεδίωκαν μέσω ενός πιο κεντρικού σχήματος διοικήσεως των επιλέκτων δυνάμεων του Ελληνικού Στρατού, να δημιουργηθεί μια “στρατηγική εφεδρεία”. Μέσω αυτής, σε περίοδο επιχειρήσεων, ο Α/ΓΕΕΘΑ θα είχε την δυνατότητα δυναμικής και ταχείας επεμβάσεως στον αγώνα, προς επίτευξη αποφασιστικού αποτελέσματος.

Είναι γνωστές οι ιδεοληψίες και τα συμπλέγματα της Αριστεράς που χαρακτήριζαν την κυβέρνηση λαϊκιστών του Ανδρέα Παπανδρέου στην άσκηση του έργου της, με την ανάληψη της εξουσίας το 1981. Ο χώρος των Ενόπλων Δυνάμεων απετέλεσε ελεύθερο πεδίο “δράσεως” για άτομα προβληματικής αντιλήψεως που “άφησαν εποχή” με τα καμώματά τους, όπως ο τότε ΥΦΕΘΑ κι εν συνεχεία ΑΝΥΕΘΑ Αντώνης Δροσογιάννης που για να δικαιολογήσει την παρουσία του δίπλα στον Παπανδρέου, κυκλοφορούσε διαρκώς φήμες τις οποίες βάπτιζε “έγκυρες πληροφορίες”, περί επικειμένου πραξικοπήματος. Αποστρατευθείς στην διάρκεια της επταετίας, ο Δροσογιάννης υπήρξε αξιωματικός των Δυνάμεων Καταδρομών με διακεκριμένη πολεμική δράση τόσο στην Μέση Ανατολή όσο και στον Συμμοριτοπόλεμο. Η διαρκής αναστάτωση από την κινητοποίηση, την λήψη μέτρων και την διαρκή ετοιμότητα των Ενόπλων Δυνάμεων όσο ήταν στο ΥΠΕΘΑ, προκάλεσε γραφικές καταστάσεις με την τότε πολιτική και στρατιωτική ηγεσία, δημιουργώντας ευνοϊκό περιβάλλον για την ανάδειξη ανίκανων που όμως ενδυόμενοι τον κομματικό μανδύα, έφθαναν ψηλά.

Στην Ημερήσια Διαταγή που ανέγνωσε μετά την απόφαση αποστρατεύσεώς του στις 22 Δεκεμβρίου 1986, ο τότε Α/ΓΕΝ Αντιναύαρχος Νικόλαος Παππάς σημείωσε: «…Από την αρχή, μέχρι και προ ολίγου ακόμη, έπρεπε νύχτα και μέρα να αγωνίζομαι και να διαψεύδω, γινόμενος πολλές φορές δυσάρεστος σε ιδιοτελείς κήρυκες, που συνεχώς έβλεπαν τα φαντάσματα των χουντικών αξιωματικών να περικυκλώνουν το υπουργείο Εθνικής Αμύνης και τις ζωτικές δημόσιες υπηρεσίες, έτοιμοι να καταλάβουν την εξουσία, όπως είχαν κάνει στις 21 Απριλίου του 1967».(1)

Ακόμη και μετά την απομάκρυνση του Δροσογιάννη και την ανάληψη του ΥΠΕΘΑ από τον Γιάννη Χαραλαμπόπουλο το 1986, οι “πληροφορίες” και ο φόβος της κυβερνήσεως για πραξικόπημα, διατηρήθηκε. Ο Χαραλαμπόπουλος έγραψε: «Την περίοδο 1981-1986, παρά το γεγονός ότι η άποψη που επικρατούσε στη στρατιωτική ηγεσία ότι ήταν αδύνατη η εκδήλωση ανατρεπτικής κίνησης τόσο ο πρωθυπουργός και υπουργός Εθνικής Άμυνας Ανδρέας Παπανδρέου όσο και ο αναπληρωτής υπουργός στρατηγός Αντ. Δροσογιάννης έκριναν αναγκαία τη λήψη ορισμένων μέτρων ασφαλείας προκειμένου να προστατευθούν κάποιοι ευαίσθητοι στόχοι από κάθε ενδεχόμενο […] Και την περίοδο 86-89 που είχα την ευθύνη του υπουργείου Άμυνας δεν έπαψαν να περιέρχονται κατά διαστήματα πληροφορίες από διάφορες πηγές ότι προετοιμάζεται η εκδήλωση ανατρεπτικής ενέργειας».(2)

Μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα και με σωρεία κομματικών τοποθετήσεων στελεχών στις Ειδικές Δυνάμεις χωρίς πολλές φορές να υπάρχουν τα απαραίτητα προσόντα, είναι φανερό ότι η ανάπτυξη και ο εκσυγχρονισμός των Ειδικών Δυνάμεων δεν απετέλεσε προτεραιότητα. Αφενός την δεκαετία του 1980 κυριάρχησαν οι “αεροπορικές” απόψεις για την Εθνική Άμυνα, λόγω του Α/ΓΕΑ (1982-1984) κι εν συνεχεία Α/ΓΕΕΘΑ (1984-1989) Πτεράρχου Νίκου Κουρή, αφετέρου οι Ειδικές Δυνάμεις είχαν δυσφημισθεί πλήρως. Οι όποιες αποφάσεις περί αυτών, δεν εκκινούσαν πλέον με βάση στρατιωτικά κριτήρια.

Ούτε η κρίση του Μαρτίου 1987 με την Τουρκία, θα μπορέσει να αναστείλει την αρνητική πορεία που είχε δρομολογηθεί για τις Ειδικές Δυνάμεις. Ο τελευταίος διοικητής της ΙΙΙ ΜΕΔ, προσπάθησε να θέσει στον ΥΕΘΑ το ζήτημα των σοβαρών συνεπειών από την κατάργηση της Μεραρχίας, που σχεδιαζόταν. Η μάχη οπισθοφυλακών, δεν είχε κανένα αποτέλεσμα. Ο στρατηγικός αναλυτής Γεώργιος Μούρτος, αποκάλυψε: «Ο τελευταίος διοικητής της εν λόγω Μεραρχίας, υπτγος Γ. Μιχαλοδημητράκης, σε ιδιωτική μας συζήτηση στην έδρα της στο Γουδί, μου γνωστοποίησε την εξής στιχομυθία του με τον τότε υπουργό Άμυνας: “Θα είναι μέγιστο πλήγμα η κατάργηση της Μεραρχίας. Εάν δεν έχετε εμπιστοσύνη στο πρόσωπό μου, τότε αντικαταστήστε εμένα…”».(3)

Άκρως αποκαλυπτικός είναι ο τρόπος που παρουσιάσθηκε η είδηση τον Αύγουστο του 1988, στην φιλοκυβερνητική «Αυριανή»: «Η Μεραρχία Ειδικών Δυνάμεων (καταδρομείς, αλεξιπτωτιστές και πεζοναύτες) που εδρεύει στην Αθήνα και διοικείται από ένα άτομο, πράγμα που περικλείει πολλούς κινδύνους, σπάει στα τρία…».(4)

Ήταν σαφές ότι η Μεγάλη Μονάδα που συνιστούσε η ΙΙΙ ΜΕΔ, δεν αντιμετωπιζόταν με στρατιωτικούς όρους, ως “πολυεργαλείο” για τον Αρχιστράτηγο σε περίοδο πολέμου αλλά με πολιτικά και βαθιά ιδεοληπτικά κριτήρια, ως απειλή για την Δημοκρατία… Ουδένα απασχόλησε το γεγονός ότι η ΙΙΙ ΜΕΔ προβλεπόταν να υλοποιήσει συγκεκριμένα σχέδια, τα οποία αμέσως μετά την διάλυσή της, έπαυαν αυτομάτως να υφίστανται.

Από 1ης Σεπτεμβρίου 1988, τα Συγκροτήματα των Ειδικών Δυνάμεων διασκορπίστηκαν, τιθέμενα υπό διαφορετική διοικητική υπαγωγή το καθένα: το 1ο Σύνταγμα Καταδρομών στο Γ’ Σώμα Στρατού, το 2ο Σύνταγμα Αλεξιπτωτιστών στην ΑΣΔΕΝ, το 13ο Σύνταγμα Αμφιβίων Καταδρομών (που τότε συγκροτήθηκε) στην ΓΕΣ/ΔΕΔ και η 32α Ταξιαρχία Πεζοναυτών στην 1η Στρατιά. Δίχως κεντρική διοίκηση, η συνοχή των μονάδων δέχθηκε καίριο πλήγμα, το επίπεδο μεταξύ τους γνώρισε μεγάλη διακύμανση και ο κάθε Αντιστράτηγος αντιμετώπιζε τις συγκεκριμένες μονάδες ως “παιδιά για όλες τις δουλειές”, αποσπώντας μεγάλο αριθμό προσωπικού από αυτές σε χατιρικά ρουσφέτια ή για τα προσωπικά γούστα ανωτάτων.

ΚΟΚΚΙΝΗ ΠΡΟΒΙΑ

Η κομματικοποιημένη στρατιωτική ηγεσία υπό τον Πτέραρχο Κουρή, δεν μπόρεσε να διαφυλάξει τις Ειδικές Δυνάμεις από την επίθεση που δέχθηκαν λίγο μετά δημοσίως, εξαιτίας της συσχετίσεώς τους με την αποκαλυφθείσα το 1990 υπόθεση της ΚΟΚΚΙΝΗΣ ΠΡΟΒΙΑΣ. Η ελληνική πτυχή της υποθέσεως αυτής και οι χειρισμοί που είχαν προηγηθεί από τον Πτέραρχο Κουρή ως Α/ΓΕΕΘΑ, ήταν το υπόβαθρο της δυσφημήσεως των Ειδικών Δυνάμεων και των αποφάσεων που απέληξαν στην κατάργηση και της ΙΙΙ ΜΕΔ.

Η ΚΟΚΚΙΝΗ ΠΡΟΒΙΑ ήταν ένας συμμαχικός σχεδιασμός στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ της εποχής του Ψυχρού Πολέμου, ο οποίος προέβλεπε την οργάνωση ενός δικτύου μυστικών κρυπτών στις χώρες της Συμμαχίας. Από αυτές, θα μπορούσε να υποστηριχθεί η ανάπτυξη αντιστασιακών κινημάτων σε περίπτωση σοβιετικής εισβολής και καταλήψεως εδαφών στην Ευρώπη. Αυτό ήταν ένα εκ των βασικών διδαγμάτων του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, εξαιτίας των σοβαρών συνεπειών των αντιστασιακών κινημάτων που αναπτύχθηκαν σε χώρες που κατελήφθησαν από την ναζιστική Γερμανία. Η βασιμότητα της ιδέας και η προφανής αξία της ήταν τέτοια, ώστε την υιοθέτησαν ακόμη και χώρες εκτός ΝΑΤΟ, όπως η Ελβετία, να αναπτύξουν όμοιο δίκτυο.

Όταν το 1989 κατέρρευσε το Σύμφωνο της Βαρσοβίας, φυσικό ήταν να τεθεί το ερώτημα του κατά πόσο εξυπηρετούσε η διατήρηση της συγκεκριμένης υποδομής. Χάρη και στην προπαγάνδα της Αριστεράς σε χώρες με αυξημένη επιρροή όπως η Ιταλία και η Ελλάδα, η υπόθεση απετέλεσε μια πρώτης τάξεως αφορμή για δυσφήμηση του ΝΑΤΟ, που πάλι κάτι “σατανικό” είχε σκεφθεί εις βάρος της… “αγίας” ΕΣΣΔ.

Το ελληνικό δίκτυο, είχε εξαρθρωθεί νωρίτερα, όταν ο Πτέραρχος Κουρής ανέλαβε Α/ΓΕΕΘΑ και έκρινε την ύπαρξή του ως “αντεθνική”, επειδή υπήρξε προϊόν μυστικών διακρατικών συμφωνιών και της αναμείξεως της CIA, που εξαιτίας του συγκεκριμένου σχεδιασμού διατηρούσε δίαυλο επικοινωνίας με την Διοίκηση Ειδικών Επιχειρήσεων του ΓΕΕΘΑ. Στην τελευταία υπηρετούσε ένας μικρός αριθμός αξιωματικών των Δυνάμεων Καταδρομών, που είχε την ευθύνη για την διατήρηση της υποδομής των κρυπτών και την ενεργοποίηση του σχεδίου σε περίπτωση πολέμου. Φυσικά οι διεθνείς συνθήκες από την δεκαετία του 1970 ήδη, είχαν αρχίσει να φέρνουν την αποκλιμάκωση του Ψυχρού Πολέμου, με συνέπεια ο μηχανισμός της KOKKINHΣ ΠΡΟΒΙΑΣ να έχει υποβαθμισθεί και η υπηρεσία των αξιωματικών στην ΓΕΕΘΑ/ΔΕΕ να έχει καθαρά χαρακτήρα προνομιακής θέσεως αναπαύσεως, δίχως ουσιαστικό έργο.

Όλα αυτά τα γνώριζαν καλά οι πάντες. Ο ίδιος ο Δροσογιάννης είχε διατελέσει διοικητής της ΓΕΕΘΑ/ΔΕΕ, γιατί άραγε από το 1981 μέχρι το 1986 δεν κατήργησε το συγκεκριμένο σχέδιο; Δεν είχαν όμως καμμία αξία για στρατιωτικούς που επιθυμούσαν να αποδείξουν τα “δημοκρατικά” τους φρονήματα και την κομματική πίστη στο ΠΑΣΟΚ, για να ανελιχθούν. Ο Πτέραρχος Κουρής, ως προερχόμενος εκ της Πολεμικής Αεροπορίας και συνεπώς παντελώς άσχετος με τον όλο επιτελικό σχεδιασμό, δεν θα μπορούσε παρά να “εκπλαγεί” όταν ενημερώθηκε “καταλλήλως”. Όταν ένας διαβαθμισμένος στρατιωτικός σχεδιασμός διαστρεβλώνεται ως σύλληψη ιδέας και συσχετίζεται σκοπίμως, αλλά αβάσιμα, με ανώμαλες καταστάσεις για τις Ένοπλες Δυνάμεις και την χώρα, η άμεση κατάργησή του δεν μπορεί παρά να παρουσιάζεται ως “πατριωτικό” και “δημοκρατικό” καθήκον.

Ο Πτέραρχος Κουρής υιοθέτησε τις επεξεργασμένες κατηγορίες για συσχέτιση του μυστικού στρατιωτικού σχεδιασμού με το πραξικόπημα του 1967. Έγραψε σχετικώς αναπαράγοντας με ελαφρύτητα τις κατηγορίες: «Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι οι κινηματίες του 1967 στηρίχτηκαν κυρίως σε αυτές τις Δυνάμεις για να καταλύσουν το δημοκρατικό πολίτευμα της χώρας. Όταν ανέλαβα καθήκοντα Αρχηγού ΓΕΕΘΑ, το Δεκέμβριο του 1984, είχα άγνοια της Συμφωνίας αυτής. Το καλοκαίρι του 1986 ενημερώθηκα λεπτομερώς σχετικά με τη Συμφωνία ΣΙΑ-ΓΕΕΘΑ, από τον τότε Διευθυντή της Διευθύνσεως Ειδικών Δυνάμεων του Γενικού Επιτελείου Στρατού Υποστράτηγο Λαυρεντάκη, έναν άξιο και δημοκρατικό αξιωματικό.
Θεώρησα εξαιρετικά σοβαρό το θέμα και ενημέρωσα αμέσως το Συμβούλιο Αρχηγών Γενικών Επιτελείων και τον Υπουργό Άμυνας, τον Γιάννη Χαραλαμπόπουλο, στον οποίο εισηγήθηκα τη διάλυση του δικτύου και την de facto μονομερή κατάργηση της Συμφωνίας. Ο Υπουργός δέχθηκε και αμέσως άρχισε μια ταχύρυθμη εργασία ανεύρεσης των κρυπτών και περισυλλογής των υλικών. Παράλληλα διέταξα να διακοπεί κάθε επαφή των στρατιωτικών μας με τους ανθρώπους της ΣΙΑ».(5)

Τον έμπειρο στρατιωτικό δεν έδειξε να απασχολεί ότι κανείς εκ των ιθυνόντων πρωταγωνιστών της 21ης Απριλίου δεν ήταν αξιωματικός των Δυνάμεων Καταδρομών. Η συνωμοτική ομάδα αξιωματικών προερχόταν από άλλα Όπλα και χρησιμοποίησε για την κινητοποίηση ένα υπάρχον σχέδιο εκτάκτου ανάγκης του ΓΕΕΘΑ (Σχέδιο ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ) προκειμένου να παραπλανηθεί και να αδρανοποιηθεί η στρατιωτική ηγεσία εκείνη την βραδιά. Το Σχέδιο ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ προέβλεπε κινητοποίηση των Ενόπλων Δυνάμεων, προκειμένου να αποτραπεί η κομμουνιστική απειλή αναλήψεως της εξουσίας. Το Σχέδιο ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ θα εφάρμοζαν και οι στρατηγοί, όπως σχεδιαζόταν από τον βασιλιά, αλλά τους πρόλαβαν οι συνταγματάρχες… Φυσικά, καμμία σχέση δεν είχε με τα σχέδια της ΓΕΕΘΑ/ΔΕΕ που αφορούσαν την κατάληψη εδαφών από δυνάμεις του Συμφώνου της Βαρσοβίας και την δημιουργία ανταρτικού κινήματος μέσω του δικτύου μυστικών κρυπτών. Επιπλέον, ο Κουρής και οι λοιποί, δεν μπήκαν στον κόπο να εξηγήσουν πως ένα δίκτυο υπαιθρίων κρυπτών μπορεί να είχε σχέση με την εκδήλωση πραξικοπήματος προς ανατροπή της κυβερνήσεως. Τα πραξικοπήματα γίνονται στην πρωτεύουσα μιας χώρας, όχι στα βουνά…

Ο Ιωάννης Χαραλαμπόπουλος, απόστρατος αξιωματικός ο ίδιος, δεν θα μπορούσε να μην διεκδικήσει μερίδιο από αυτήν την επιτυχία. Υποκύπτοντας κι αυτός στις υπερβολές και υιοθετώντας τις αναπόδεικτες κατηγορίες εις βάρος των Ειδικών Δυνάμεων, έγραψε: «Ο αρχηγός ΓΕΕΘΑ πτέραρχος Νικ. Κουρής όταν πληροφορήθηκε την ύπαρξη αυτής της συμφωνίας από το διευθυντή των Ειδικών Δυνάμεων του ΓΕΣ υποστράτηγο Δημ. Λαυρεντάκη στα μέσα του 1986, με ενημέρωσε αμέσως και έδωσα εντολή να διαλυθεί η παράνομη οργάνωση και να περισυλλεγεί το υλικό των κρυπτών. Έτσι έκλεισε μια υπόθεση που άρχισε στην περίοδο του ψυχρού πολέμου και της απόλυτης αμερικανοκρατίας στην Ελλάδα και διαλύθηκε μια συνωμοτική οργάνωση, της οποίας η πραγματική δράση τις περασμένες δεκαετίες παραμένει σκοτεινή. Όμως είναι βέβαιο ότι και σε αυτούς τους μηχανισμούς στηρίχθηκαν οι πραξικοπηματίες της 21ης Απριλίου 1967 για να καταλύσουν το δημοκρατικό πολίτευμα της χώρας και να εδραιώσουν την επτάχρονη παραμονή τους στην εξουσία».(6)

Σημειώσεις:
1) Συνέντευξη Αντιναυάρχου Νικολάου Παππά στον Α. Δελή, περιοδικό ΕΝΑ, τεύχος 5, 29 Ιανουαρίου 1987, σ. 36.
2) Χαραλαμπόπουλος Γιάννης: Κρίσιμα χρόνια. Αγώνες για τη Δημοκρατία (1936-1996), Προσκήνιο, β’ έκδοση, 2001, σ. 366.
3) Μούρτος Ανδ. Γεώργιος: Τουρκία – Ισραήλ και η έκλειψη της Ελλάδας από το φυσικό της χώρο, Εκδόσεις Επικοινωνίες, Αθήνα 1999, σ. 164.
4) Αρχείο συγγραφέα.
5) Κουρής Νίκος: Ελλάδα – Τουρκία. Ο πεντηκονταετής «πόλεμος», Νέα Σύνορα – Α.Α. Λιβάνη, Αθήνα 1997, σ. 56.
6) Χαραλαμπόπουλος, ό.π., σ. 48.

Tags

Related Articles

Back to top button