EODH
ΤΟΥΡΚΙΑ

Η συνεργασία της Τουρκίας με την Γερμανία στα υποβρύχια και το επιδιωκόμενο εμπάργκο

Από Σάββας Δ. Βλάσσης

Στο επίκεντρο του ελληνικού αιτήματος για εμπάργκο στις πωλήσεις πολεμικού υλικού στην Τουρκία από την Γερμανία, βρίσκεται το πρόγραμμα ναυπηγήσεως 6 υποβρυχίων Type 214TN για το Τουρκικό Ναυτικό. Η ένταξη σε υπηρεσία των συγκεκριμένων υποβρυχίων, θα αποκαταστήσει την ισορροπία με το Πολεμικό Ναυτικό που σήμερα υπερέχει ποιοτικώς χάρη στην αξιοποίηση 5 υποβρυχίων με σύστημα Προώσεως Ανεξάρτητης Αέρος (AIP). 

Φυσικά υπάρχουν πολύ περισσότερα προγράμματα γερμανοτουρκικής συνεργασίας, όχι μόνο για την προμήθεια όπλων -όπως το πρόγραμμα των 6 υποβρυχίων- αλλά και για την ανάπτυξη νέων. Και ήδη το Βερολίνο έχει επιβάλει περιορισμούς μετά την απόφαση του Οκτωβρίου 2019 σε επίπεδο ΕΕ, εξ αφορμής της νέας τουρκικής εισβολής εκείνη την περίοδο, στην Συρία. Πριν μάλιστα αυτή την εξέλιξη, η Γερμανία είχε αρχίσει να αποσύρεται από την συνεργασία με τουρκικές εταιρείες για την ανάπτυξη τουρκικών οπλικών συστημάτων, επειδή έχει αντιληφθεί ότι τα τελευταία λειτουργούν ολοένα και πιο ανταγωνιστικά έναντι της γερμανικής αμυντικής βιομηχανίας. Ενδεικτικώς, η γερμανική Rheinmetall αποσύρθηκε κατόπιν κυβερνητικών προτροπών από την συνεργασία με την τουρκοκαταριανή BMC για την μαζική παραγωγή του τουρκικού άρματος Altay, όπως και από το πρόγραμμα αναβαθμίσεως των αρμάτων Leopard 2A4. Το πρόγραμμα του Altay έχει παγώσει εντελώς, επειδή η γερμανική κυβέρνηση αρνείται να παράσχει στην Τουρκία άδεια συμπαραγωγής και εξαγωγής του κινητήρα της γερμανικής MTU, που έχει χρησιμοποιηθεί.

Από τον Οκτώβριο του 2019, οι αποφάσεις της γερμανικής κυβερνήσεως, υποτίθεται ότι αφορούν οπλικά συστήματα τα οποία η Τουρκία μπορεί να χρησιμοποιήσει σε επιχειρήσεις στην Συρία. Έτσι, επειδή τα υποβρύχια δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν στην Συρία, τυπικώς το πρόγραμμά τους δεν “δικαιολογείται” να παγώσει. Επιπλέον, οι Γερμανοί υποστηρίζουν ότι πρόκειται για σύμβαση παλαιά, που βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο και δεν μπορεί να διακοπεί.

Η σύμβαση ύψους 2,5 δισ. € για τα 6 υποβρύχια, ανατέθηκε το 2009 αλλά ενεργοποιήθηκε το 2011, επειδή τα προβλήματα που παρουσιάστηκαν στο ελληνικό πρόγραμμα οδήγησαν σε εκτενείς αλλαγές των τουρκικών υποβρυχίων, τα οποία επιμηκύνθηκαν και είναι μεγαλύτερου εκτοπίσματος. Μάλιστα για την καθυστέρηση αυτή, είχε ζητηθεί από την γερμανική TKMS να πληρώσει πρόστιμο 100 εκατ. €.

Το πρώτο εξ αυτών των υποβρυχίων, το PIRI REIS (S330) καθελκύστηκε στις 22 Δεκεμβρίου 2019 και πρόκειται να τεθεί σε υπηρεσία τον Απρίλιο του 2021, για να ακολουθήσουν από το 2022 τα υπόλοιπα, εντασσόμενα σε υπηρεσία, ένα ανά έτος. Απομένουν δηλαδή μερικοί μήνες μόνο μέχρι να καταστεί επιχειρησιακό το πρώτο υποβρύχιο Type 214TN. Είναι ερώτημα το κατά πόσο μπορεί μια απόφαση της γερμανικής κυβερνήσεως να ματαιώσει αυτή την προοπτική. Θεωρητικώς, υπάρχουν τρόποι, δεδομένου ότι για την ολοκλήρωση των συστημάτων και υποσυστημάτων, όπως και την τελική έγκριση καλής λειτουργίας, δίνουν γερμανικές εταιρείες. 

Αντιπροσωπευτικό παράδειγμα αποτελεί η πτυχή της ολοκληρώσεως των τορπιλών που θα εξοπλίσουν τα νέα υποβρύχια, με το Σύστημα Μάχης ISUS-90/72. Την ευθύνη έχει αναλάβει μεν η τουρκική Havelsan βάσει συμβάσεως που της ανατέθηκε το 2011, συνεργάζεται όμως με την γερμανική Αtlas Elektronik, η οποία σε κάθε περίπτωση έχει τον τελευταίο λόγο.

Όμως το συγκεκριμένο, δεν είναι το μόνο πρόγραμμα τουρκικών υποβρυχίων, στο οποίο εμπλέκονται γερμανικές εταιρείες. Στις 8 Φεβρουαρίου 2019 ανατέθηκε σύμβαση σε κοινοπραξία τουρκικών εταιρειών, για Εκσυγχρονισμό Μέσης Ζωής των 4 παλαιότερων υποβρυχίων Type 209Τ1/1400 του Τουρκικού Ναυτικού. Και εδώ, οι τουρκικές εταιρείες συνεργάζονται με γερμανικές. Ενδεικτικώς, στις 5 Αυγούστου 2019 η γερμανική Hensoldt ανέλαβε σύμβαση ύψους 40 εκατ. € με αντικείμενο την προμήθεια περισκοπίων SERO 400 και συστημάτων ιστού οπτικών OMS 100. Συνολικώς θα αγοραστούν 8 περισκόπια, δεδομένου ότι τα 4 προορίζονται για ισάριθμα Type 214TN που οι εργασίες κατασκευής βρίσκονται ακόμη σε λιγότερο προχωρημένο στάδιο.

Η εν λόγω σύμβαση, θα μπορούσε να “παγώσει” πιο εύκολα από την γερμανική κυβέρνηση, καθώς αφορά υποκατασκευαστή και είναι περιορισμένου ύψους. Αναλόγως μπορούν να γίνουν ενέργειες και σε άλλες τέτοιας φύσεως συμβάσεις. Το σημαντικό είναι ότι από την εκτέλεση της συμβάσεως της Hensoldt εξαρτάται όχι μόνο το πρώτο υποβρύχιο Type 209T1/1400 στο οποίο έχουν ξεκινήσει εργασίες του προγράμματος ΕΜΖ (και στην παρούσα ελληνοτουρκική κρίση βρίσκεται εκτός ενεργείας) αλλά επηρεάζει και την ολοκλήρωση της ναυπηγήσεως των 4 τελευταίων Type 214TN.

Άλλο “μικρό” πρόγραμμα που σχετίζεται με τα τουρκικά υποβρύχια, είναι αυτό που αφορά την ανάπτυξη της Εθνικής Τορπίλης Βαρέως Τύπου AKYA. Η ανάπτυξη του όπλου ανατέθηκε με σύμβαση το 2009 αλλά πρέπει να θεωρείται βέβαιο ότι πρόκειται για “τουρκοποίηση” της γερμανικής τορπίλης DM2A4 και ως εκ τούτου στο πρόγραμμα συνεργάζεται “αφανώς” η γερμανική Atlas Elektronik.

Γερμανική συνεργασία υφίσταται και βάσει συμφωνίας που υπεγράφη το 2017 και αφορά την ναυπήγηση υποβρυχίων Type 214 από την Τουρκία για λογαριασμό της Ινδονησίας.

Τέλος, είναι καλό να αναδειχθεί το γεγονός του στρατηγικού χαρακτήρα που έχει η τουρκογερμανική συνεργασία στα υποβρύχια, μέσω του αναπτυξιακού προγράμματος Εθνικού Υποβρυχίου (MiLDEN). Το πρόγραμμα εγκαινιάστηκε από το Κέντρο Ναυτικών Ερευνών του Τουρκικού Ναυτικού το 2012 και σε πρώτη φάση θα αφορά 6 νέα υποβρύχια, με την κατασκευή του πρώτου να ξεκινά το 2028. Το εγχείρημα θα βασιστεί στην συνεργασία που αναπτύσσεται ήδη με την γερμανική TKMS στο πλαίσιο του προγράμματος των 6 υποβρυχίων Type 214TN από το οποίο τα τουρκικά ναυπηγεία θα αποκτήσουν ικανότητα καθετοποιημένης κατασκευής ολόκληρων τομέων (block) υποβρυχίων ενώ σειρά τουρκικών εταιρειών ήδη αναπτύσσουν συγκροτήματα, συστήματα (ακόμη και σύστημα AIP) και υποσυστήματα, που επί της ουσίας είναι καρπός της εξαγοράς τεχνογνωσίας και τεχνολογίας γερμανικών εταιρειών.

Όπως γίνεται αντιληπτό, η συνεργασία της Τουρκίας με την Γερμανία στον τομέα των υποβρυχίων είναι στρατηγικής φύσεως για την πρώτη. Η συμμετοχή πολλών υποκατασκευαστών διευκολύνει την εφαρμογή πολιτικών αποφάσεων, ιδίως εφόσον υπάρχει πολιτικό περιβάλλον και πλαίσιο γενικότερο στην ΕΕ. Το πρακτικό πρόβλημα για τις γερμανικές εταιρείες είναι ο κίνδυνος ενεργοποιήσεως ρητρών από τις συμβάσεις που έχουν υπογράψει. Και εδώ είναι η πρόκληση του κατά πόσο μπορούν να καλυφθούν από τις πολιτικές αποφάσεις.

Ο “καημός” του Ερντογάν για τον γαλλικό πύραυλο και τα δικά μας χάλια

 

Tags

Related Articles

Back to top button
Close