ΕΛΛΑΔΑ

“Συμμετοχή” της Ελληνικής Αμυντικής Βιομηχανίας από την προμήθεια 6 Rafale; Μην έχουμε αυταπάτες

Από Σάββας Δ. Βλάσσης

Σε σημερινή συνέντευξή του στα ΝΕΑ, ο ΥΕΘΑ Ν. Παναγιωτόπουλος απαντά σε σειρά ερωτήσεων για θέματα του χαρτοφυλακίου του. Μια εξ αυτών, αφορούσε την ανυπαρξία προβλέψεως “για συμμετοχή και της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας“, στην σύμβαση προμήθειας των 18 Rafale. O ΥΕΘΑ απαντά: Κι όμως υπήρξε πρόβλεψη για συμμετοχή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας στο κείμενο της σύμβασης. Όποιος κάνει τον κόπο να το διαβάσει, θα διαπιστώσει ότι παρά το γεγονός ότι σωστά υπάρχει ένας μοναδικός κατασκευαστής, προβλέπεται η εμπλοκή της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας σε επίπεδο μελλοντικής συντηρήσεως και υποστηρίξεων των αεροσκαφών αυτών. Επομένως τα σενάρια που διακινούνται δεν ισχύουν εάν και μόνο ανατρέξουμε στο κείμενο της σύμβασης“.

Η ερώτηση περί “συμμετοχής” γενικώς της Ελληνικής Αμυντικής Βιομηχανίας, απαντάται με προσδιορισμό του αντικειμένου στην συντήρηση και υποστήριξη των Rafale. Ο υπουργός αναφέρεται στο Άρθρο 27.4 της Συμβάσεως 013Γ/20: “Σε περίπτωση που ο ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ αποφασίσει όπως η υποστήριξη των Συμβατικών ειδών να γίνει από οποιαδήποτε ελληνική εταιρεία, τότε, κατόπιν συναίνεσης του ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΗ, την οποία πάντως δεν πρέπει να αρνείται αδικαιολόγητα…”.

Επομένως, είναι σαφές ότι το αντικείμενο αφορά δυνητική ανάληψη από ελληνικές εταιρείες της παροχής υπηρεσιών και όχι κατασκευαστικού έργου.

Τί πρακτική αξία όμως, έχει αυτή η πρόνοια; Έχει τόση σημασία να συμφωνήσει κάποια από τις γαλλικές εταιρείες (η καλή θέληση θεωρείται δεδομένη) να συνάψει εμπορική συμφωνία με κάποια ελληνική ώστε η δεύτερη να αναλάβει την επισκευή κάποιων υλικών των Rafale;

Η υλοποίηση μιας τέτοιας προνοίας, θα απαιτεί από την ελληνική εταιρεία να προβεί σε επένδυση για την δημιουργία σχετικής υποδομής. Αυτή θα πρέπει να είναι σχετικώς μικρή και η “ζήτηση” για επισκευαστικό έργο να είναι η δέουσα, δηλαδή το προς υποστήριξη σύστημα ή υποσύστημα να απαιτεί τακτική επισκευή, ώστε να δικαιολογεί την επένδυση και την ταχεία απόσβεσή της. Διαφορετικά, δεν έχει εμπορικό και οικονομικό νόημα.

Εάν δεχθούμε ως αυτονόητο ότι η Πολεμική Αεροπορία θα επιδιώξει να αναλάβει την συντήρηση στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό των αεροσκαφών της στην Μοίρα Συντηρήσης Βάσεως της 114 ΠΜ ή στο ΚΕΑ και το ΕΤΗΜ, ώστε να είναι αυτάρκης, μπορούμε να είμαστε βέβαιοι για ένα πράγμα: επειδή τα αεροσκάφη είναι λίγα σε αριθμό, θα προβληματίσει σοβαρά η σχέση κόστους προς αποτέλεσμα, δηλαδή κατά πόσο θα αξίζει η επένδυση από πλευράς Πολεμικής Αεροπορίας για απόκτηση της σχετικής υποδομής, σε σχέση με την επιλογή αποστολής των υλικών για επισκευή στην Γαλλία. 

Εδώ πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι δεν είναι η πρώτη φορά που η Πολεμική Αεροπορία βρίσκεται αντιμέτωπη με την εξέταση τέτοιου ζητήματος. Το ίδιο ακριβώς ίσχυσε και στην περίπτωση της συμβάσεως για τα 25 Mirage 2000-5 Mk2, στην οποία υπήρχε δικαίωμα προαιρέσεως (option) για την ανάληψη εργοστασιακού επιπέδου συντηρήσεως (DLM) του ραντάρ, του ηλεκτρονικού συστήματος αυτοπροστασίας και των διαφόρων οθονών απεικονίσεως. Το σχετικό δικαίωμα προαιρέσεως τελικώς αποφασίσθηκε να μην ασκηθεί, αν και τα χρήματα υπήρχαν, επειδή εκτιμήθηκε ότι με βάση τον ρυθμό βλαβών (σύμφωνα με τα στοιχεία των Γάλλων) δεν επρόκειτο ποτέ να γίνει απόσβεση της επενδύσεως!

Η ίδια ακριβώς κατάσταση ισχύει στην περίπτωση των Rafale, καθώς ο αριθμός όχι μόνο είναι ανάλογος αλλά και, το σπουδαιότερο, τα επίπεδα αξιοπιστίας του είναι εντυπωσιακώς ανώτερα του Mirage 2000. Για να το πούμε απλά, επειδή η τεχνολογία εξελίσσεται διαρκώς, τα Rafale έχουν πολύ χαμηλό ρυθμό βλαβών στα συστήματα και υποσυστήματά τους. 

Εάν λοιπόν η Πολεμική Αεροπορία εκτιμά ως πιο cost effective την αποστολή συστημάτων και υποσυστημάτων των Rafale στο εξωτερικό, γιατί μια ελληνική εταιρεία να μπει στην ανάγκη να δαπανήσει για μια επένδυση την οποία δεν θα αποσβέσει ποτέ;

Είναι λοιπόν κρυστάλλινο ότι η Ελληνική Αμυντική Βιομηχανία δεν έχει να αναμένει απολύτως τίποτα σε “επιστροφές” στον τομέα της υποστηρίξεως, από την σύμβαση προμηθείας των Rafale, με τον τρόπο κατά τον οποίο ενήργησε η κυβέρνηση. Αυτό φυσικά αδικεί τον ΥΕΘΑ, την ΓΔΑΕΕ και όλο το προσωπικό που ανέλαβε το απαιτητικό έργο της προετοιμασίας συμβάσεως σε χρόνο ασύλληπτο για τα ελληνικά δεδομένα. Αλλά αυτή ήταν η εντολή του Μαξίμου για πολιτικούς λόγους που έχουν γίνει καλώς αντιληπτοί από τον καθένα.

Επομένως, το ερώτημα που θα έπρεπε να τίθεται, είναι εάν υπάρχει δυνατότητα εξασφαλίσεως σοβαρού κατασκευαστικού έργου από την Ελληνική Αμυντική Βιομηχανία με μια επιπλέον προμήθεια 6 αεροσκαφών, στην οποία προτίθεται να προβεί η κυβέρνηση για να αντισταθμίσει την “δυσαρέσκεια” από την διαφαινόμενη μη επιλογή γαλλικής προτάσεως σε άλλο μεγάλο εξοπλιστικό πρόγραμμα.

Μπορεί η ΓΔΑΕΕ να φέρει εις πέρας έναν τέτοιο άθλο, υπό τις δεδομένες μειονεκτικές συνθήκες τετελεσμένων και μικρού αριθμού προς προμήθεια αεροσκαφών; Όταν η ελληνική πλευρά δεν κατάφερε να εξασφαλίσει ρόλο για την αμυντική βιομηχανία της έστω και στον τομέα της “υποστηρίξεως” από την μεγάλη σύμβαση αναβαθμίσεως 84 F-16, μπορεί να καταφέρει ο,τιδήποτε από μια συμπληρωματική προμήθεια μόλις 6 Rafale;

Ιδανικώς, το ζητούμενο είναι η ανάληψη υποκατασκευαστικού έργου, κατ’ αναλογία του ρόλου προμηθευτή που ανέλαβε η INTRACOM Defense σε υποσυστήματα του ραντάρ AN/APG-68(V)9 για την παγκόσμια αγορά, που εξασφαλίσθηκε από την προμήθεια των 60 F-16 Block 52+. Στο μεταξύ, ήδη η Miltech Hellas και η Thales Hellas είναι ήδη προμηθευτές για υποσυστήματα της παγκόσμιας αγοράς Rafale, χάρη σε παλαιότερες επωφελείς συμφωνίες με τις γαλλικές εταιρείες. 

Όπως χειρίστηκε την υπόθεση η κυβέρνηση, ούτε στην υποστήριξη, ούτε σε κατασκευαστικό έργο είναι εύκολο να εμπλακεί η Ελληνική Αμυντική Βιομηχανία.

Ας μην έχουμε αυταπάτες. Οι “δουλειές στο πόδι”, έχουν πάντα προβλήματα.

Μπορούμε να “πληρώσουμε ακριβά” τα Rafale; Ασφαλώς!

EODH
Tags

Related Articles

Back to top button
Close