EODH
ΑΜΥΝΤΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ

Τι μερίδιο να περιμένει η Ελληνική Αμυντική Βιομηχανία από το εξοπλιστικό “μαμούθ”;

Από Σάββας Δ. Βλάσσης

Το ΥΠΕΘΑ γνωστοποίησε εχθές την έναρξη διαδικασίας αναβαθμίσεως δείγματος ρουκετών 122 mm στις εγκαταστάσεις των ΕΑΣ στο Λαύριο. Όπως διευκρινίσθηκε το πρόγραμμα αποτελεί σύμπραξη των ΕΑΣ με τη σερβική εταιρεία EDePRO, χωρίς άλλες λεπτομέρειες.

Όπως αναφέραμε, πρόκειται προφανώς για συμφωνία μεταξύ της ελληνικής και της σερβικής εταιρείας με αντικείμενο την συνεργασία στην ανάληψη μελλοντικής συμβάσεως που θα αναθέσει το ΥΠΕΘΑ (με διαγωνισμό;) προς αναβάθμιση του υπάρχοντος αποθέματος ρουκετών των 122 mm των ΠΕΠ RM70. Χωρίς να έχουν ανακοινωθεί λεπτομέρειες και με βάση την εμπειρία αναλόγων συμβάσεων, αυτό που αντιλαμβάνεται κανείς, είναι ότι η EDePRO θα παράσχει συλλογές (kit) αναβαθμίσεως των ρουκετών του Ελληνικού Στρατού και απλώς, αντί οι εργασίες προσαρμογής τους στις ρουκέτες να γίνουν στην Σερβία, θα υλοποιηθούν στην Ελλάδα. Αυτονόητο.

Συνεπώς, δεν πρόκειται κατά τα φαινόμενα για εξασφάλιση κάποιου είδους τεχνολογίας υπέρ των ΕΑΣ, ώστε να υποστηριχθεί πως εντάσσουν στο χαρτοφυλάκιό τους ένα νέο προϊόν που τους ανοίγει τον δρόμο για εξαγωγές. Απλώς για διάστημα μερικών ετών το ΣΕΑ Λαυρίου θα έχει απασχόληση μονταρίσματος για το προσωπικό του.

Η πραγματικότητα αυτή, δεν έχει σχέση με τα όσα είπε ο παριστάμενος στην τελετή ΥΦΕΘΑ Αλκιβιάδης Στεφανής: Η τεχνογνωσία της ανάπτυξης και παραγωγής όπλων φορητού οπλισμού και πυρομαχικών παράλληλα με τον στόχο αναβάθμισης και εκσυγχρονισμού των οπλικών και πυραυλικών συστημάτων επιβεβαιώνουν τις δυνατότητες των Ελληνικών Αμυντικών Συστημάτων και μετατρέπουν την εταιρεία σε θεμελιώδη πολλαπλασιαστή ισχύος της εγχώριας Αμυντικής Βιομηχανίας”.

Φορητός οπλισμός λοιπόν και πυρομαχικά που μπορούν να συσχετισθούν και με αναβάθμιση υπαρχόντων οπλικών συστημάτων. Όμως σε ποια “τεχνογνωσία ανάπτυξης” προϊόντων αναφερόταν ο ΥΦΕΘΑ; Τα ΕΑΣ δεν έχουν παρουσιάσει δικό τους προϊόν εδώ και χρόνια. Οι συλλογές αναβαθμίσεως της EDePRO που θα έλθουν έτοιμες από την Σερβία και απλώς θα “μονταριστούν” από τους εργαζομένους των ΕΑΣ υπό την επίβλεψη Σέρβων, δεν αποτελούν σε καμμία περίπτωση “ελληνικό προϊόν”. Και φυσικά δεν μπορεί να ισχυρισθεί κανείς ότι επειδή τα ΕΑΣ θα μοντάρουν αρκετές χιλιάδες έτοιμες συλλογές, αποκτούν δι’ αυτού του τρόπου “τεχνογνωσία ανάπτυξης” ρουκετών του είδους. Εάν τα ΕΑΣ πάρουν την έτοιμη συλλογή και την προσαρμόσουν σε μια δικής τους αναπτύξεως ρουκέτα, τότε θα μπορεί να υποστηριχθεί ότι έχουν δικό τους προϊόν. Όμως ούτε μια απλή ρουκέτα δεν έχουν σχεδιάσει.

Το παράδειγμα, χρησιμοποιείται για να τονισθεί ότι υπάρχει τεράστια διαφορά μεταξύ λόγων και πράξεων, εάν θέλουμε να μιλάμε με ακρίβεια για ανάπτυξη προϊόντων από την Ελληνική Αμυντική Βιομηχανία και όχι απλώς να δημιουργούμε εντυπώσεις στην κατά κανόνα ανενημέρωτη κοινή γνώμη.

Τα πράγματα είναι πολύ απλά και τέθηκαν με σαφήνεια από τον πρωθυπουργό μόλις προ ημερών, όταν περιέγραψε την απόφαση ενισχύσεως των Ενόπλων Δυνάμεων με σειρά στοχευμένων εξοπλιστικών προγραμμάτων. Το ύψος των συμβάσεων σε εύλογο βάθος χρόνου, υπολογίζεται σε 10 δισ. ευρώ.

Πρόκειται για τεράστια επένδυση από κάθε άποψη. Όμως ένα ερώτημα που δεν φαίνεται να έχει απασχολήσει ακόμη, είναι αυτό: από όλο αυτό το τεράστιο πρόγραμμα εξοπλισμών, τί μερίδιο θα εξασφαλίσει η Ελληνική Αμυντική Βιομηχανία διά της εμπλοκής της σε προγράμματα μεταφοράς βιομηχανικού έργου, προσβάσεως σε νέες τεχνολογίες και τεχνογνωσία; 

Η περίπτωση των 18 μαχητικών Rafale επί παραδείγματι, είναι αντιπροσωπευτική. Σε τι βαθμό φιλοδοξεί να εμπλέξει η κυβέρνηση την Ελληνική Αμυντική Βιομηχανία; Μπορεί να διεκδικήσει με αξιώσεις ανταλλάγματα από μια μη προετοιμασμένη και “άμεση” προμήθεια, που αφορά μάλιστα και μικρό αριθμό αεροσκαφών; Τι ύψους έργο θα “επιστρέψει” στην Ελλάδα από αυτό το πρόγραμμα ύψους 1,5 δισ. ευρώ, κατ’ εκτίμηση;

Όταν η κυβέρνηση αποφασίζει μια τεράστια επένδυση σε εξοπλισμούς, έχει κάποιο στοιχειώδες σχέδιο με συγκεκριμένη στοχοθεσία κατά στάδια, για δυναμική ανάπτυξη και της Ελληνικής Αμυντικής Βιομηχανίας; Θα αναπτυχθεί τίποτα στην ίδια την χώρα από μυαλά και χέρια Ελλήνων ή οι αρμόδιοι θα επιδοθούν με το εύκολο σπορ της απλής επιλογής προτιμητέων αντιπροσώπων – “επενδυτών” ξένων προϊόντων;

Πέραν των αντισταθμιστικών από προμήθειες ξένων όπλων, ο άλλος δρόμος για την ανάπτυξη της Ελληνικής Αμυντικής Βιομηχανίας είναι η υποστήριξή της στην Έρευνα & Ανάπτυξη.

Τα δεδομένα είναι αμείλικτα… υπέρ των κυβερνόντων. Εφόσον τα επόμενα έτη οι εξοπλιστικές δαπάνες αναμένεται να διπλασιασθούν ετησίως και από 500 εκατ. ευρώ περίπου να ανέλθουν σε 1 δισ. ευρώ, αυτό σημαίνει ότι εάν εφαρμοσθεί ο νόμος που προβλέπει αφιέρωση 1% επί των εξοπλιστικών δαπανών για σκοπούς Έρευνας & Ανάπτυξης νέων προϊόντων της Ελληνικής Αμυντικής Βιομηχανίας, 10 εκατ. ευρώ ετησίως θα αφιερώνονται για πραγματικά εθνικό έργο. Παραστατικότερα, επί ετησίου βάσεως μπορούμε να δαπανήσουμε για εξοπλισμούς 990 εκατ. ευρώ και 10 εκατ. ευρώ για χρηματοδότηση αναπτύξεως ελληνικών προγραμμάτων.

Υπάρχει αντίληψη του τι σημαίνουν 10 εκατ. ευρώ ετησίως διοχετευμένα με διαφάνεια και αξιολόγηση, προς ανάπτυξη ελληνικών αμυντικών προϊόντων; Σε βάθος πενταετίας και δεκαετίας, η φυσιογνωμία της Ελληνικής Αμυντικής Βιομηχανίας θα έχει μεταμορφωθεί. Όχι μόνο μια ολόκληρη σειρά νέων προϊόντων θα έχει εμφανισθεί αλλά θα έχει ξεκινήσει και η διαδικασία της “αποσβέσεως”, εκ της εξασφαλίσεως εξαγωγικών συμβάσεων.

Θα εφαρμοσθεί ο νόμος; 

Θα αποδειχθεί συντόμως εάν αυτή η κυβέρνηση και οι επόμενες θα μείνουν στα λόγια και θα συνεχίσουν τα παιχνίδια με αντιπροσώπους, σερβίροντας φύκια για μεταξωτές κορδέλες. Θα φανεί εάν υπάρχει η παραμικρή εθνική φλόγα μέσα τους ή είναι απλώς σάπιοι.

Tags

Related Articles

Back to top button
Close