EODH
ΕΛΛΑΔΑ

Περί Συμβούλ(ί)ου Εθνικής Ασφαλείας και άλλων δαιμονίων

Γράφει ο Λέων Χοιροσφάκτης

Η πρόσφατη ενασχόληση των μ.μ.ε. και των μ.κ.δ. με το πρόσωπο και τα λεχθέντα του αποπεμφθέντος Συμβούλου Εθνικής Ασφαλείας του Πρωθυπουργού, απετέλεσε ένα ισχυρό χτύπημα στην κυβέρνηση, τόσο σε επικοινωνιακό, όσο και σε θεσμικό επίπεδο.

Σε ό,τι αφορά την επικοινωνιακή ήττα της κυβέρνησης, οι αναλύσεις περιττεύουν αφού οι επιπτώσεις είναι αναμενόμενες και εμφανείς.

Στο θεσμικό, όμως, επίπεδο η σοβαρότητα της εξέλιξης αυτής είναι πολλαπλώς πιο σημαντική. Αν υπερβούμε το ερώτημα κατά πόσον η επιλογή του συγκεκριμένου αποστράτου αξιωματικού ήταν σωστή ή όχι (εκ του αποτελέσματος ανεδείχθη η ανεπάρκειά του), το ερώτημα που ανακύπτει είναι γιατί δεν προκρίθηκε η σύσταση Συμβουλίου ΣΕΑ και προτιμήθηκε η «μεσοβέζικη» λύση της θεσμοθέτησης Συμβούλου ΣΕΑ παρά τω πρωθυπουργώ.

Πριν επεκταθούμε περισσότερο στο δεύτερο και κρισιμότερο ερώτημα, ας ξεκαθαρίσουμε τη θέση μας για την περίπτωση Διακόπουλου. Καθ’ όλην την διάρκεια της θητείας του στη θέση του Συμβούλου Εθνικής Ασφαλείας, ο απόστρατος ναύαρχος απέδειξε την αδυναμία του να αντισταθεί στη γοητεία του μικροφώνου και της τηλεοπτικής εμφάνισης. Η συχνότητα εμφανίσεών του σε τηλεοπτικούς σταθμούς, ραδιόφωνα, εφημερίδες, ημερίδες, συνέδρια κ.λπ. ουδόλως ταίριαζε με τον θεσμικό του ρόλο. Πόσο μάλλον όταν ουκ ολίγες φορές «συνελήφθη» να εκφράζει προσωπικές του απόψεις, που κατόπιν αναγκάσθηκε να αποσύρει. Συνεπώς επρόκειτο για επιλογή που ήταν ακατάλληλη πέραν όποιων άλλων μειονεκτημάτων, λόγω του χαρακτήρος του ανδρός.

Εν πάση περιπτώσει, ο απόστρατος ναύαρχος αποτελεί πια παρελθόν (αν και οι ουλές που άφησε στον νεότευκτο θεσμό, θα παραμείνουν ανεξίτηλες, όπως άλλωστε και οι χαρακτηρισμοί που θα ακολουθούν πλέον την προσωπική του πορεία…), οπότε το ενδιαφέρον στρέφεται στο μέλλον. Και η απορία είναι εάν το πρωθυπουργικό περιβάλλον θα επιμείνει στο εξάμβλωμα του Συμβούλου ΣΕΑ ή θα ακολουθήσει τη λογική και θα συστήσει -επιτέλους- Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας, αγνοώντας τις αντιδράσεις υπουργείων, προσώπων, φορέων και υπηρεσιών, που ακούγεται ότι αντιδρούν επειδή χάνουν προνόμια και αποκλειστικότητες. Ίσως ένιοι εξ υμών να αναρωτηθείτε: «Μα ποια είναι η διαφορά;». Το μεγάλο πλεονέκτημα του Συμβουλίου έναντι του Συμβούλου είναι ότι το Συμβούλιο είναι ένα θεσμοθετημένο όργανο, δομημένο σε πολλαπλά επίπεδα, που διαθέτει δικλίδες ασφαλείας ως προς το εξερχόμενο μήνυμα και βασίζεται σε πρόσωπα και υπηρεσίες που παράγουν επιλογές πολιτικής και εξασφαλίζουν τις βέλτιστες πρακτικής υλοποίησης των αποφάσεων της κυβέρνησης. Τεκμαίρεται, επομένως, ότι σε ένα τέτοιο σχήμα δεν εμφιλοχωρούν «προσωπικές απόψεις» αλλά προωθείται και προβάλλεται μόνον ό,τι αποφασισθεί στο ανώτατο επίπεδο. Και σε κάθε περίπτωση, η προβολή αυτή θα γίνεται από τον καθ’ ύλην αρμόδιο, που σε καμμία περίπτωση δε θα είναι ο επικεφαλής ή κάποιο στέλεχος του Συμβουλίου.

Εν ολίγοις είναι απολύτως απαραίτητη η σύσταση ενός θεσμοθετημένου Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας (ΣΕΑ) το οποίο:

  • Θα προχωρά σε στρατηγικό σχεδιασμό και θα εισηγείται προτάσεις πολιτικής.
  • Θα είναι σε θέση να υποστηρίζει ουσιαστικά τον Πρωθυπουργό και το ΚΥΣΕΑ στην διαχείριση κρίσεων.

Η θεσμοθέτηση του συγκεκριμένου οργάνου θα συμβάλλει και στην πλήρη λειτουργικότητα του ΚΥΣΕΑ όπως ακριβώς προβλέπεται από τις αρχές λειτουργίας του δηλαδή θα του επιτρέψει να αποκτήσει μία αξιόπιστη συντονιστική – γνωμοδοτική – συμβουλευτική δυνατότητα ενώ ο ελεγκτικός τους ρόλος θα ενισχυθεί, αφού θα εξασφαλίσει την απαραίτητη «θεσμική μνήμη» που απαιτείται σε καταστάσεις αντιμετώπισης κρίσεων όπου ο παράγοντας χρόνος αποτελεί την κρισιμότερη παράμετρο. Έτσι, η λήψη αποφάσεων δεν θα επαφίεται μόνο στην πνευματική ικανότητα των εκάστοτε προσώπων αλλά θα αποτελεί μια διαδιακασία θωρακισμένη και με όλα εκείνα τα μέσα (βιβλιοθήκη σεναρίων/ εργαλειοθήκη/ πρωτόκολλα δράσης και αντίδρασης) που θα επιτρέψουν στην πολιτική ηγεσία να λάβει τις ορθές αποφάσεις στον σωστό χρόνο.

Το ΣΕΑ σε περίοδο μείζονος κρίσης θα αναλαμβάνει τον ρόλο του συντονιστή όλων των φορέων εθνικής ισχύος, ώστε να ελαχιστοποιούνται περιπτώσεις «πολυφωνίας», «ασυνεννοησίας» και «ασυμβατότητας».

Σε περιόδους μη κρίσης ο ρόλος του θα είναι να λειτουργεί ως οργανισμός στρατηγικού σχεδιασμού και εκπόνησης κειμένων εθνικής στρατηγικής/ δόγματος και επίσης να χρησιμεύει ως χώρος προετοιμασίας/εκπαίδευσης τόσο του προσωπικού που το στελεχώνει όσο και των διαφόρων φορέων αλλά και της πολιτικής ηγεσίας για την επερχόμενη κρίση.

Εννοείται, φυσικά, πως θα λειτουργεί και ως όργανο πρόληψης μίας κρίσης.

Για να έχει πιθανότητες  επιτυχίας το πλαίσιο αυτό, είναι απαραίτητο να αναδιοργανωθούν και να εκμοντερνισθούν οι υπηρεσίες στρατηγικού σχεδιασμού και διαχείρισης κρίσεων των υπουργείων και φορέων του δημοσίου, οι οποίοι θα πρέπει να δημιουργήσουν ένα «συμβατό» και «λειτουργικό» σχήμα με το ΚΥΣΕΑ και το ΣΕΑ χωρίς επικαλύψεις, «τυφλά σημεία», έτσι ώστε η κάθε υπηρεσία να γνωρίζει τον τομέα ευθύνης της, τα καθήκοντά της και τις υποχρεώσεις της και όλοι οι πυλώνες ισχύος τη χώρας να λειτουργούν με βάση ένα κοινό σχεδιασμό και μία συντονισμένη δράση για την αντιμετώπιση της επόμενης κρίσης. Ίσως, μάλιστα, να είναι ο μόνος τρόπος για να εισαχθεί η έννοια της «στρατηγικής κουλτούρας» στο επίκεντρο της παραγωγής πολιτικής.

Ένα μοντέλο ΣΕΑ που έχει αποτελεσματικότητα, οφείλει να αποτελεί ένα κεντρικά ενοποιημένο επιτελικό και συμβουλευτικό όργανο το οποίο:

  1. Παρέχει πληροφόρηση στον πρωθυπουργό και τα μέλη της κυβέρνησης για τα ζητήματα εθνικής ασφάλειας.
  2. Συντονίζει και ενοποιεί το έργο και τις δραστηριότητες άλλων Υπουργείων και οργανισμών επί θεμάτων εθνικής ασφάλειας.
  3. Διαμορφώνει την ημερήσια διάταξη των συνεδριάσεων του ΚΥΣΕΑ.
  4. Ενημερώνει για θέματα ασφάλειας τις αρμόδιες κοινοβουλευτικές επιτροπές κατ’ εντολή του Πρωθυπουργού.
  5. Έχει τον συντονισμό του στρατηγικού σχεδιασμού της εθνικής ασφάλειας με τη βοήθεια των υφιστάμενων οργάνων σχεδιασμού στα αρμόδια Υπουργεία.
  6. Αποτελεί ασφαλιστική δικλίδα θεσμικής συνέχειας, εξαλείφοντας ή, έστω περιορίζοντας την πολυφωνία και την αναβλητικότητα Υπουργείων και οργανισμών, σε ό,τι αφορά την πολιτική εθνικής ασφάλειας. Ο έλεγχος και η εφαρμογή των σχετικών αποφάσεων αποτελούν χρόνια αδυναμία -αν όχι παθογένεια- της ελληνικής διοίκησης.
  7. Εκπονεί σε ετήσια βάση έκθεση που αφορά στην εκτίμηση για την γενική κατάσταση ασφάλειας στη χώρα.
  8. Εκπονεί σε συνεργασία με τους αρμόδιους φορείς τη Στρατηγική για την Εθνική Ασφάλεια, η οποία εγκρίνεται από το ΚΥΣΕΑ και επικαιροποιείται ανά τακτά χρονικά διαστήματα, συνήθως κάθε δύο έτη.
  9. Ο επικεφαλής του ΣΕΑ συντονίζει τη λειτουργία του Εθνικού Κέντρου Διαχείρισης Κρίσεων στο Γραφείο του Πρωθυπουργού.

Η αποστολή του ΣΕΑ, που κατά τη γνώμη μας προσιδιάζει στην ελληνική περίπτωση, είναι:

  • Ανάλυση του περιβάλλοντος ασφαλείας σε περιφερειακό & διεθνές επίπεδο, και εντοπισμός ζητημάτων τα οποία μπορούν στο μεσο-μακροπρόθεσμο μέλλον να επηρεάσουν την εθνική ασφάλεια της χώρας.
  • Ανάλυση των εσωτερικών δομών και πυλώνων ισχύος της χώρας και εντοπισμός ζητημάτων τα οποία μπορούν στο μεσο-μακροπρόθεσμο μέλλον να επηρεάσουν την εθνική της ασφάλεια.
  • Προετοιμασία και εισήγηση επίσημων κειμένων & προτάσεων πολιτικής για τη χάραξη στρατηγικής εθνικής ασφαλείας της χώρας.
  • Μέσω της συλλογής & ανάλυσης πληροφοριών και της εκτίμησης της κατάστασης παροχή έγκαιρης προειδοποίησης προς τους αρμόδιους φορείς αναφορικά με τη πιθανότητα εκδήλωσης κρίσης που θα επηρεάσει την εθνική ασφάλεια της χώρας.
  • Υποστηρίζει τον πρωθυπουργό τόσο στην ανάπτυξη μίας μεσο-μακροπρόθεσμης πολιτικής εθνικής ασφαλείας όσο και στην αντιμετώπιση μίας κρίσης είτε μέσω της πρόληψης αυτής είτε κατά τη διάρκεια της εξέλιξής της καθώς και μετά το τέλος.

Πιο συγκεκριμένα:

Σε περίοδο μη-κρίσης: Συλλέγει την απαραίτητη πληροφόρηση, αναλύει ζητήματα ενδιαφέροντος, εισηγείται προτάσεις πολιτικής, επεξεργάζεται σενάρια, συνδιαμορφώνει την στρατηγική Δημόσιας Διπλωματίας με το ΥΠΕΞ, αξιολογεί πιθανές συνέπειες επιλογών και δημιουργεί «Θεσμική Μνήμη» λειτουργώντας ως βιβλιοθήκη/ εργαλειοθήκη (toolkit) σεναρίων-πρωτοκόλλων αντιμετώπισης ζητημάτων. Επιπλέον, εισηγείται την κατά περίπτωση υιοθέτηση νέων τεχνολογιών και μεθόδων αύξησης εθνικής ισχύος από τους αρμόδιους φορείς (βλ. Τεχνητή Νοημοσύνη, Εικονική και Επαυξημένη Πραγματικότητα, νευρωνικά δίκτυα και χρήση αλγορίθμων στην διαδικασία λήψεως αποφάσεων κλπ).

Σε περίοδο κρίσης: συλλέγει την απαραίτητη πληροφόρηση, αναλύει την διαμορφούμενη κατάσταση, εισηγείται τρόπους δράσης, συντονίζει τους εμπλεκόμενους φορείς-πρόσωπα, ελέγχει την υλοποίηση των αποφάσεων, αξιολογεί την αποτελεσματικότητα των επιλογών και συμμετέχει στην υλοποίηση της εθνικής επικοινωνιακής πολιτικής.

Η σημασία του εγχειρήματος είναι τέτοια, ώστε το Συμβούλιο οφείλει να υποστηρίζεται από μια γραφειοκρατική δομή, αρκετά μεγάλη αλλά ταυτοχρόνως και ευέλικτη, ώστε να παράγει αποτελέσματα υπό πίεση χρόνου. Έτσι λοιπόν, πρέπει να υπάρχει Γραμματεία, τμήμα στρατηγικού σχεδιασμού (που εκτός των προφανών θα αξιοποιεί τη Γενική Γραμματεία Δημόσιας Διπλωματίας του ΥΠΕΞ για το χτίσιμο της επονομαζόμενης reputational securityτης χώρας), τμήμα χειρισμού κρίσεων (που εν καιρώ ηρεμίας θα επιδίδεται σε εκπόνηση σεναρίων και θα δίνει ιδιαίτερη έμφαση στον επικοινωνιακό χειρισμό κρίσεων, που είναι μια μόνιμη μαύρη τρύπα στην εξωτερική μας πολιτική και πολιτική ασφάλειας).

Φυσικά η κατάθεση της τελικής μορφής ενός τέτοιου οργάνου ξεπερνά κατά πολύ, τόσο τις προθέσεις του παρόντος άρθρου, όσο και τις δυνατότητες ενός λογίου του 9ου αιώνα. Είναι ευθύνη άλλων επομένως να συνθέσουν το γενικό πλαίσιο με λεπτομέρειες και με επί μέρους προοπτικές.

Tags

Related Articles

Back to top button
Close