Καλές οι “soft kill” αλλά τι γίνεται με “hard kill” ελληνικές λύσεις;

Από Σάββας Δ. Βλάσσης
Πριν από μερικές ημέρες, στην διάρκεια της εκθέσεως ναυτικών αμυντικών συστημάτων DIMDEX 26 (19-22 Ιανουαρίου) στην Ντόχα του Κατάρ, η τουρκική MKE και η καταριανή Barzan Holding υπέγραψαν μνημόνιο συνεργασίας για την σύσταση κοινοπραξίας. Αντικείμενο παραγωγής της κοινοπραξίας, θα είναι ο τηλεχειριζόμενος σταθεροποιημένος σταθμός οπλισμού TOLGA.
Το TOLGA είναι ένα ολοκληρωμένο σύστημα αντιαεροπορικό σύστημα εγγύς άμυνας που προορίζεται για την αντιμετώπιση απειλών δρόνων και ανεπάνδρωτων αεροσκαφών. Συνδυάζει αισθητήρες ραντάρ, ηλεκτροπτικούς και ηλεκτρονικούς παρεμβολείς στην διάσταση “soft kill”, με όπλα διαφόρων διαμετρημάτων, για “hard kill” αντιμετώπιση απειλών του είδους που δεν μπορούν να παρεμβληθούν (οπτική ίνα). Ο οπλισμός ξεκινάει από το βαρύ πολυβόλο των 12,7 mm και επεκτείνεται σε πυροβόλα 20 και 35 mm, αναλόγως των αναγκών. Εντοπισμός μπορεί να επιτευχθεί μέχρι την απόσταση των 10 χλμ. και η εμπλοκή με πυρά επιτυγχάνεται σε δραστικά βεληνεκή 300, 1.000 και 3.000 μέτρων αντιστοίχως, με χρησιμοποίηση και ειδικών πυρομαχικών.
Το σύστημα ολοκλήρωσε τις δοκιμές προ διμήνου μόλις και ήδη η κρατική εταιρεία εξασφάλισε την πρώτη σύμβαση από το εξωτερικό, προφανώς μεγάλου ύψους αφού η συμφωνία αφορά κοινοπρακτικό σχήμα.
Η περίπτωση αναφέρεται επειδή δείχνει την σημασία που έχει για τις κρατικές αμυντικές βιομηχανίες να μπορούν να αναπτύσσουν και να κατασκευάζουν ακόμη και “απλά” ολοκληρωμένα οπλικά συστήματα που δεν ενέχουν κάποιο εξεζητημένο επίπεδο τεχνολογίας. Καλύπτουν εθνικές ανάγκες σε εξειδικευμένους τομείς, εξυπηρετούν την εθνική αμυντική πολιτική, φέρνουν έσοδα στα κρατικά ταμεία και διανέμονται στους μετόχους (στρατιωτικοί) αυξημένα μερίσματα.
Αναδεικνύει επίσης το παράδειγμα, την πλήρη ανυπαρξία στην οποία έχει περιέλθει η κρατική ΕΑΣ από πλευράς αναπτύξεως και παραγωγής προϊόντων, αφού η κεντρική ιδέα της κυβερνητικής πολιτικής τα τελευταία έτη ήταν η εξεύρεση επενδυτών – συνεργατών για δημιουργία κοινοπρακτικών σχημάτων. Δι’ αυτού του τρόπου, η κρατική εταιρεία μπορεί να ελπίζει σε έμμεση εξασφάλιση έργου από τον συνεργάτη αλλά η ίδια η εταιρεία αυτή καθ’ αυτή και η χώρα γενικότερα, έχουν παραχωρήσει την αυτάρκειά τους στην παραγωγή ακόμη και απλών πυρομαχικών.
Με αυτή την κατάσταση σήμερα, η κρατική ΕΑΣ δεν είναι σε θέση να προσφέρει το στοιχειωδέστερο στοιχείο οπλισμού που προσδίδει ικανότητες “hard kill” σε ολοκληρωμένα συστήματα αντιμετωπίσεως απειλών δρόνων και ανεπάνδρωτων αεροσκαφών. Πρόκειται για τραγική κατάντια, για μια εταιρεία η οποία από την δεκαετία του 1970 που ιδρύθηκε, παρήγαγε πυροβόλα 20 και 30 mm με τα αντίστοιχα πυρομαχικά τους.
Σήμερα, το ΥΠΕΘΑ με το ΕΛΚΑΚ προωθεί την ιδέα αποκτήσεως συστημάτων αντιμετωπίσεως αυτών των νέων απειλών με τα συστήματα Ηλεκτρονικού Πολέμου ΚΕΝΤΑΥΡΟΣ και ΥΠΕΡΙΩΝ που έχει αναπτύξει ή αναπτύσσει η κρατική ΕΑΒ. Αυτά όμως, για να αποκτήσουν ολοκληρωμένη μορφή, αφενός επιδιώκεται να συνδεθούν με διαφόρους αισθητήρες αφετέρου θα πρέπει να προστεθεί σε αυτά και ένα όπλο εκπομπής πυρών. Παρουσιάζεται έτσι το παράδοξο και εντόνως αντιφατικό, ενώ η Ελληνική Αμυντική Βιομηχανία έχει ικανότητες στο πεδίο της “καινοτομίας”, έχει χάσει βασικές παραγωγικές ικανότητες σε συμβατικής φύσεως “παραδοσιακά” αμυντικά προϊόντα.
Μετά από μισό αιώνα, η κρατική ΕΑΣ δεν έχει αναπτύξει αυτοτελώς ούτε ένα πιστόλι και εξακολουθεί να βασίζει την ύπαρξή της σε συμφωνίες για συμπαραγωγές ξένων συστημάτων, οι οποίες, θα της προσφέρουν απλώς κάποιο έργο ενώ οι ξένοι οίκοι θα πλουτίζουν με ελληνικό χρήμα. Ακόμη και το πολύ ενδιαφέρον πρόγραμμα αναπτύξεως οικογενείας βομβίδων χαμηλής και υψηλής αρχικής ταχύτητος 40 mm που ανέπτυσσε η εταιρεία και έχει αποτελέσει αντικείμενο συμβάσεως για τον Ελληνικό Στρατό, με καλές προοπτικές να φέρει πωλήσεις στο εξωτερικό, σήμερα αγνοείται.
25% εθνική συμμετοχή στα εξοπλιστικά: “Μια τρύπα στο νερό” πάλι




