25% εθνική συμμετοχή στα εξοπλιστικά: “Μια τρύπα στο νερό” πάλι

Από Σάββας Δ. Βλάσσης
Ο ΥΕΘΑ Νίκος Δένδιας αλλά και ο πρωθυπουργός, αναφέρονται την τελευταία διετία στην προσπάθεια οι εξοπλισμοί της χώρας να λάβουν μια μορφή ανταποδώσεως στην οικονομία, ώστε να ενισχυθεί ο χαρακτήρας τους ως επενδύσεις, αντί των απλών αγορών. Μιλάνε επίσης για πρόθεση επανεκκινήσεως της Ελληνικής Αμυντικής Βιομηχανίας, μέσω της οποίας “περνάει” και η εξυπηρέτηση του πρώτου στόχου. Συνολικώς, προβάλλεται το σύνθημα, “να μην μείνει η χώρα απλός καταναλωτής – αγοραστής έτοιμων ξένων όπλων από το ράφι αλλά να γίνει και η ίδια παραγωγός”.
Πώς θα γίνει αυτό;
Η κυβέρνηση και ο ΥΕΘΑ, παρουσιάζουν την δημιουργία του Ελληνικού Κέντρου Αμυντικής Καινοτομίας (ΕΛΚΑΚ) και την θέσπιση απαιτήσεως “συμμετοχής τουλάχιστον 25%” ελληνικών εταιρειών στις προμήθειες από ξένους.
Το ΕΛΚΑΚ, έχουμε δει ότι θα διαχειρίζεται ετησίως μερικές δεκάδες εκατομμύρια ευρώ, προς χρηματοδότηση αναπτυξιακών προγραμμάτων που ενδιαφέρουν τις Ένοπλες Δυνάμεις. Με το ενδιαφέρον όμως να εστιάζεται σε τεχνολογίες αιχμής και “έξυπνα” προϊόντα και δυνητικώς όπλα, διά του ΕΛΚΑΚ αναμένονται αποτελέσματα σε κατά βάση “μικρά” και όχι απαραιτήτως μείζονα οπλικά συστήματα.
Η θέσπιση απαιτήσεως για “συμμετοχή τουλάχιστον 25%” ελληνικών εταιρειών σε εξοπλιστικά προγράμματα, έχουμε πει ότι χρησιμοποιείται με δημιουργική ασάφεια από την κυβέρνηση, όταν ο ΥΕΘΑ αναφέρεται σε “25% μεσοσταθμικά”. Φράση επιδεχόμενη ερμηνειών, που παραπέμπει όμως στην “δημιουργική αριθμητική” των πάλαι ποτέ Αντισταθμιστικών Ωφελημάτων (ΑΩ) στο οποίο κυριαρχούσαν φουσκωμένα νούμερα εντυπωσιασμού από τους ξένους προμηθευτές, που… “έπειθαν” τους αρμοδίους.
Οι τότε αρμόδιοι έφυγαν, μπήκαν φυλακή, απεβίωσαν και σήμερα βλέπουμε τι άφησαν σε επίπεδο Αμυντικής Βιομηχανίας και εθνικής – κρατικής αυτάρκειας στην παραγωγή οπλικών συστημάτων.
Στο σήμερα, βλέπουμε ήδη πώς εξελίσσεται το σκηνικό: στην περίπτωση της συμβάσεως για την τετάρτη φρεγάτα FDI HN, ο ΥΕΘΑ Νίκος Δένδιας δήλωσε ότι «έχουμε εξασφαλίσει έγγραφη διαβεβαίωση της Naval για τη συμμετοχή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας στην τέταρτη φρεγάτα FDI με το παραπάνω ποσοστό». Η αναφορά σε “έγγραφη διαβεβαίωση”, σημαίνει κάτι άλλο από την συμπερίληψη δεσμευτικής προνοίας όρων στην σύμβαση. Εναπόκειται περίπου στην καλή θέληση του προμηθευτή, να ανταποκριθεί, αφού δεν έχει προηγηθεί δέσμευσή του ούτε με την σύναψη συμφωνιών συγκεκριμένου αντικειμένου και έργου με ελληνικές εταιρείες: “Ελάτε να δούμε τί μπορούμε να κάνουμε”…
Τί ισχύει τελικά με το 25% “ελληνικής συμμετοχής” στους εξοπλισμούς;
Άλλη ένδειξη, είναι τα επιλεκτικών διαρροών δημοσιεύματα για τις επικείμενες αναθέσεις συμβάσεων σε ισραηλινές εταιρείες, όπου ήδη διαφημίζεται η επίτευξη “ποσοστού συμμετοχής” υψηλότερου του 25%. Τί σημαίνει όμως, “συμμετοχή”; Η εμπειρία του παρελθόντος έχει δείξει ότι στην καλύτερη περίπτωση ελληνικές εταιρείες καθίστανται αποκλειστικός υποκατασκευαστής συστημάτων – υποσυστημάτων του προμηθευτή για την παγκόσμια αγορά. Όμως και αυτό, έχουμε δει ότι δεν αφορά τεχνολογίες αιχμής αλλά “σιδηροκατασκευές” συγκροτημάτων και καμμία ελληνική εταιρεία δεν κατέστη δι’ αυτού του τρόπου κατασκευαστής κάποιου ολοκληρωμένου όπλου, πυραύλου, ρουκέτας κ.λπ.
Το “μυστικό” είναι στην φράση “μετέπειτα τεχνική υποστήριξη”, δηλαδή ελληνικές εταιρείες θα εκπαιδευτούν από τον προμηθευτή ώστε να μπορούν να αναλάβουν την διενέργεια περιοδικών ελέγχων και συντηρήσεων διαφόρων βαθμών. Έτσι, βολεύονται και οι εταιρείες που δεν παράγουν ολοκληρωμένα προϊόντα αλλά αποσκοπούν απλώς στην τόνωση του τζίρου και του κύκλου εργασιών τους. Οι αρμόδιοι, όλα αυτά τα βαπτίζουν “παραχώρηση τεχνογνωσίας” και τα δημοσιεύματα διαρροών του ΥΠΕΘΑ που δημιουργούν “κλίμα”, αφήνουν την εντύπωση ότι οι εμπλεκόμενες ελληνικές εταιρείες θα μάθουν να φτιάχνουν πυραύλους ή ό,τι άλλο σύστημα αφορά η απευθείας προμήθεια “από το ράφι”.
Όλα αυτά, θυμίζουν την ίδια κατάσταση που επικράτησε και στην περίοδο των εξοπλισμών μετά την κρίση των Ιμίων. Με την διαφορά ότι τότε, δημιουργείτο τουλάχιστον έντονο κλίμα ανταγωνισμού λόγω των διαγωνιστικών διαδικασιών που ευνοούσε την μεγιστοποίηση των ανταλλαγμάτων ενώ σήμερα η κυβέρνηση αρκείται σε απευθείας αναθέσεις και ευχολόγια για αυξημένη ελληνική συμμετοχή.
Στελέχη της Ελληνικής Αμυντικής Βιομηχανίας, βλέπουν την τάση και προειδοποιούν.
Η Δρ. Χρυσαυγή Δρε, Αναπληρώτρια Διευθύντρια New Technologies, Intracom Defense, μιλώντας τον περασμένο Δεκέμβριο στο 5ο Emerging Tech Forum, που πραγματοποίησε η Ένωση Ελληνικών Εταιρειών Αναδυόμενων Τεχνολογιών (HETiA) είπε ότι το νέο πλαίσιο που δημιουργείται, είναι αφορμή για μια στροφή της χώρας στην παραγωγή κάποιων υποσυστημάτων.
“Παραγωγή κάποιων υποσυστημάτων”.
Ένα άλλο στέλεχος, ο Νίκος Καλογιάννης, CEO EFA Ventures, επεσήμανε προειδοποιώντας για το λάθος που πάει να γίνει: «Πρέπει ν’ αλλάξουμε το μοντέλο του υπο-κατασκευαστικού έργου. Εμείς, δεν θα θέλαμε μια χαριστική πολιτική για τη δημιουργία υπο-κατασκευαστικού έργου επί τη βάσει των συμβάσεων που γίνονται. Δεν θέλουμε να επαναληφθεί ό,τι έγινε πριν από 20 χρόνια με τα αντισταθμιστικά οφέλη, δηλαδή να κάνουμε υπο-κατασκευαστικό έργο απλά και μόνον για να υλοποιηθεί η σύμβαση και να πούμε ότι δημιουργήσαμε 20% ή 30% ΕΠΑ». Το στέλεχος υπογραμμίζει ότι, «η όποια ΕΠΑ επιχειρηθεί να δημιουργηθεί στη χώρα, θα πρέπει να στοχεύσει στην παραγωγή προϊόντων και όχι υπο-κατασκευαστικού έργου».
Εξοπλιστικά με εθνική συμμετοχή στην “Ατζέντα 2030” – Από “καταναλωτής” απλώς “μικροπαραγωγός”
Δεν πρέπει λοιπόν να έχει κανείς καμμία αμφιβολία: μέσα από τα δισεκατομμύρια που ετοιμάζεται να δαπανήσει η κυβέρνηση για εξοπλισμούς τα επόμενα έτη, με ενδεικτικώς το κυρίαρχο πολυδιαφημισμένο πρόγραμμα ΑΣΠΙΔΑ ΤΟΥ ΑΧΙΛΛΕΑ που αφορά πυραυλικά συστήματα διαφόρων κατηγοριών, δεν πρόκειται να αποκτηθεί τεχνολογία αναπτύξεως και παραγωγής οποιουδήποτε πυραυλικού συστήματος, ακόμη και φορητού…
Το πως μπορεί να καταστεί η χώρα κατασκευαστής τέτοιων μειζόνων ολοκληρωμένων οπλικών συστημάτων αιχμής, είναι γνωστό και το εφαρμόζουν διάφορες χώρες: υπογραφή συμβάσεων με ξένους οίκους για την πώληση πλήρους τεχνικού φακέλου αναπτύξεως, πιστοποιήσεως και κατασκευής του όπλου που ενδιαφέρει. Αυτό, συνεπάγεται επιπλέον σοβαρή δαπάνη και πολυετή ενασχόληση σε βάθος, τουλάχιστον μίας μεγάλης ελληνικής εταιρείας που θα αποκτήσει και θα κάνει κτήμα της την τεχνολογία.
Κανένα από τα προγράμματα που σχεδίασε η κυβέρνηση στον Μακροπρόθεσμο Προγραμματισμό Αμυντικών Εξοπλισμών (ΜΠΑΕ) 2025-2036 δεν είναι τέτοιας φύσεως. Κατά βάση, απευθείας αναθέσεις “από το ράφι”, σχεδιάστηκαν. Επομένως, στα μεγάλα προγράμματα δισεκατομμυρίων με το αποκοιμιστικό “25% μεσοσταθμικώς”, δεν πρέπει να αναμένει κανείς τίποτα περισσότερο.
“Μεγάλα εξοπλιστικά προγράμματα”, ΕΛΚΑΚ και Ελληνική Αμυντική Βιομηχανία




