Δούρειος Ίππος - Podcasts
ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Πρωθυπουργός στην Βουλή: Εξοπλιστικό με νέες τεχνολογίες, ΕΠΑ και FOS

Rheinmetall Lynx
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΥΠΟΥ

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, «το τίμημα της ελευθερίας είναι η διαρκής επαγρύπνηση», έλεγε προ δύο αιώνων ο Αμερικανός Πρόεδρος Τόμας Τζέφερσον. Τίμημα το οποίο η πατρίδα μας καταβάλλει σήμερα, με ευθύνη και με συνέπεια, αναγνωρίζοντας πως δεν μπορεί να υπάρχει καμία προκοπή χωρίς ασφάλεια.

Απόδειξη γι’ αυτό είναι και το αντικείμενο της σημερινής μας συνεδρίασης, που δεν είναι άλλο από τον μακροπρόθεσμο προγραμματισμό των αμυντικών δαπανών. Θα έλεγα ότι είναι ένα συνολικό σχέδιο, το οποίο αφορά, κατά την άποψή μας, στον πιο δραστικό μετασχηματισμό των Ενόπλων Δυνάμεων στη σύγχρονη ιστορία του τόπου.

Όταν, εξάλλου, μιλάμε για πόρους που αφορούν στην Εθνική Άμυνα, δεν εννοούμε, προφανώς, μόνο τις δαπάνες, μόνο τις επενδύσεις για τους στρατιωτικούς εξοπλισμούς, όσο πρωτίστως την πάγια, τη σταθερή επένδυση της πατρίδας μας να μένει ισχυρή, σταθερή, ανεξάρτητη, σε έναν κόσμο ο οποίος αλλάζει με απρόβλεπτους ρυθμούς. Αναφερόμαστε, συνεπώς, σε μια πολιτική η οποία συνδέεται και η οποία αλληλεπιδρά με όλο το φάσμα των συλλογικών μας συμφερόντων.

Γιατί, σε ένα πρώτο επίπεδο, η σημασία των ισχυρών Ενόπλων Δυνάμεων είναι κάτι παραπάνω από προφανής. Χάρη σε αυτές -για να είμαι πιο ακριβής, χάρη και σε αυτές- η χώρα μας απέτρεψε κινδύνους, όπως οι μεταναστευτικές ροές στον Έβρο, υπερασπίστηκε τα δίκαιά της σε κάθε κρίση που εκδηλώθηκε στο Αιγαίο, ενώ ήδη διαθέτει στρατηγικές συμφωνίες με κράτη όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Γαλλία, συμμαχίες οι οποίες παρέχουν εγγυήσεις ασφάλειας σε ένα ανασφαλές διεθνές περιβάλλον.

Σε ένα δεύτερο επίπεδο, προφανώς και η άμυνα αναδεικνύεται και σε έναν πυλώνα ευημερίας. Γιατί χωρίς τη δική της ασφάλεια δεν υπάρχουν ούτε οι προϋποθέσεις για να αναπτυχθεί η οικονομία, ούτε και οι προϋποθέσεις για να σφυρηλατηθεί η κοινωνική συνοχή.

Ενώ, σε ένα τρίτο επίπεδο, η προάσπιση της εθνικής ανεξαρτησίας δεν μπορεί -και θα επιμείνουμε σε αυτό- να χρηματοδοτείται παρά μόνο από ανθεκτικά δημόσια ταμεία. Κάτι που σημαίνει ότι με τη σειρά της η δημοσιονομική ευρωστία γίνεται καθοριστικός μοχλός και επιτελεί καθοριστικό ρόλο για μια αποτελεσματική εθνική θωράκιση.

Με άλλα λόγια, εάν δεν υπάρχει προστασία από εξωτερικές απειλές, δεν υπάρχει βιώσιμη ανάπτυξη, επενδύσεις, τουρισμός, καινοτομία. Τα πάντα απαιτούν ένα σταθερό και ένα ασφαλές περιβάλλον. Ποιος, άλλωστε, θα τοποθετούσε τα κεφάλαιά του σε μια χώρα η οποία έχει αφύλακτα τα σύνορά της; Και ποιος θα πάρει το ρίσκο να επιχειρήσει σε ένα κράτος του οποίου η κυριαρχία δεν είναι άτρωτη;

Από την άλλη πλευρά, πώς είναι δυνατόν όλα αυτά να εδραιώνονται χωρίς μια ισχυρή οικονομία; Το παλαιότερο δίλημμα, λοιπόν, το οποίο το ακούγαμε συχνά κυρίως από την αριστερά, «κανόνια ή βούτυρο», αποδεικνύεται ένα δίλημμα το οποίο είναι σαθρό αλλά και επικίνδυνο, ιδίως σήμερα.

Σε μια πραγματικότητα όπου ο παγκόσμιος χάρτης των γεωπολιτικών συμφερόντων αναδιατάσσεται, συχνά με τρόπο δραματικό, με πολέμους οι οποίοι πλέον αμφισβητούν σύνορα και διεθνές δίκαιο, με δασμούς -αναμένουμε σήμερα, εξάλλου, τις εξαγγελίες του Αμερικανού Προέδρου, αλλά σίγουρα μπαίνουμε πια σε ένα περιβάλλον όπου οι δασμοί ενδέχεται να απειλούν συνολικά τις παγκόσμιες διεθνείς οικονομικές σχέσεις. Και βέβαια, σε έναν κόσμο στον οποίο η τεχνολογία γίνεται όπλο παρέμβασης, όχι μόνο για να πληγεί η εξωτερική ασφάλεια κρατών αλλά και να διαταραχθεί, συχνά, η εσωτερική ισορροπία των κοινωνιών.

Στην Ευρώπη η συνεχιζόμενη κρίση, η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, δοκιμάζει όλη την αρχιτεκτονική ασφάλειας μετά τον Ψυχρό Πόλεμο. Παράλληλα, στη Μέση Ανατολή η αστάθεια εντείνεται καθώς, δυστυχώς, τις εύθραυστες εκεχειρίες τις διαδέχεται ξανά η ωμή βία, προκαλώντας νέες ανθρωπιστικές κρίσεις και πυροδοτώντας και πάλι τη μάστιγα της τρομοκρατίας. Ενώ αυτό το επικίνδυνο παζλ το συμπληρώνει πρόσφατα και η αβεβαιότητα της Συρίας, που ανά πάσα στιγμή μπορεί να διαχυθεί σε ολόκληρη την περιοχή.

Γιατί και πώς αγόρασε η Ελλάδα τα Rafale

Και αυτή τη φορά δεν πρόκειται για μεμονωμένες περιφερειακές εξάρσεις. Έχουμε να κάνουμε με κομμάτια ενός δυσεπίλυτου γρίφου που αφορά ευρύτερες μετατοπίσεις ισχύος, όχι μόνο γεωπολιτικής και στρατιωτικής, αλλά και οικονομικής και τεχνολογικής, με εξελίξεις που μεταβάλλουν τις διεθνείς σχέσεις και επαναξιολογούν παραδοσιακές συμμαχίες.

Συνεπώς, και οι στρατηγικές επιλογές της πατρίδας μας, με αυτά τα νέα δεδομένα, καθίστανται απολύτως κρίσιμες. Πολύ περισσότερο όταν, από τη μία πλευρά, η αμυντική αντίληψη της νέας ηγεσίας των ΗΠΑ φαίνεται να διαφοροποιείται σε σχέση με τον ρόλο του ΝΑΤΟ. Και από την άλλη, όταν οι οικονομικοί σχεδιασμοί της υπερδύναμης φαίνεται να αποκλίνουν από ένα πλαίσιο ελεύθερων συναλλαγών που ίσχυαν ως τώρα.

Έτσι, από την Αρκτική έως τον Ινδο-ειρηνικό οι ισορροπίες διαφοροποιούνται, κάτι που συνεπάγεται και νέες προκλήσεις για όλη την ευρωπαϊκή ήπειρο, για την Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά και για χώρες όπως η δική μας, μικρές, ίσως, σε έκταση και πληθυσμό, όμως, μεγάλες σε σημασία και δυναμισμό.

Γι’ αυτό και θα το ξαναπώ: Οι επενδύσεις στις αμυντικές μας δυνατότητες είναι επενδύσεις στην κυριαρχία μας, επενδύσεις που αφορούν την προστασία της εθνικής αξιοπρέπειας.

Ταυτόχρονα, όμως, είναι και πρωτοβουλίες που ισχυροποιούν την ελληνική διπλωματία, ενδυναμώνοντας τον ρόλο της πατρίδας μας σε πολλά και παράλληλα πεδία: από την παγκόσμια πρόκληση του μεταναστευτικού μέχρι τους νέους συσχετισμούς που διαμορφώνονται στους ενεργειακούς δρόμους.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, με βάση τα παραπάνω γίνεται σαφές ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση συνολικά καλείται να επαναπροσδιορίσει την θέση της στον χάρτη των διεθνών συμφερόντων και των παγκόσμιων γεωπολιτικών ισορροπιών.

Η Ελλάδα εδώ και καιρό, και εγώ προσωπικά, έχει μιλήσει για το ζήτημα της στρατηγικής αυτονομίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στην αρχή ήμασταν λίγοι αυτοί που υπερασπιζόμασταν αυτή τη θέση. Όμως, αντιλαμβανόμενοι οι Ευρωπαίοι εταίροι μας και τις σημαντικές αλλαγές στον παγκόσμιο γεωπολιτικό χάρτη, αποφάσισαν να κάνουν σημαντικά βήματα προς τη σωστή κατεύθυνση.

Προς μια κατεύθυνση η οποία όχι απλά ενισχύει τη στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης αλλά είναι και απολύτως συντονισμένη με πάγιες ελληνικές θέσεις, οι οποίες καλύπτονται απόλυτα από τις τελευταίες αποφάσεις για την άμυνα του πρόσφατου Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Πολλοί θεωρούσαν, θέλω να θυμίσω, αυτές τις εξελίξεις ως ανέφικτες.

Θέλουμε ελληνικής κατασκευής αντι-drone θόλο;

Όμως, καταφέραμε με μεθοδική δουλειά να πετύχουμε ευρωπαϊκές αποφάσεις που είναι προς όφελος των εθνικών συμφερόντων. Η πιο σημαντική, ίσως, αφορά την ενεργοποίηση για την επόμενη τετραετία της λεγόμενης ρήτρας διαφυγής, ενός εργαλείου, δηλαδή, που δίνει στην Ελληνική Κυβέρνηση πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο να ενισχύσει τις επενδύσεις στην άμυνα, πρόσθετες επενδύσεις οι οποίες δεν θα συνυπολογίζονται στις «οροφές» δαπανών, όπως αυτές προσδιορίζονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτό δίνει στη χώρα μας έναν πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο έτσι ώστε να μπορέσει απρόσκοπτα να υλοποιήσει το πρόγραμμα για το οποίο θα μιλήσουμε στη συνέχεια.

Θέλω, όμως, να πω και κάτι ακόμα: ανεξαρτήτως των δημοσιονομικών δυνατοτήτων που η Ελληνική Κυβέρνηση έχει ως αποτέλεσμα της ρήτρας διαφυγής, αυτή η δημοσιονομική ευελιξία σε καμία περίπτωση δεν πρέπει και δεν θα γίνει αφορμή για υπερβολές. Όχι μόνο γιατί οι αγορές μας παρακολουθούν και μας κρίνουν, αλλά και διότι οι επιδόσεις της οικονομίας συνολικά αποτελούν από μόνες τους σημαντικούς παράγοντες ασφάλειας και σταθερότητας.

Στη σωστή κατεύθυνση επίσης κινείται και το Ταμείο SAFE, ύψους 150 δισεκατομμυρίων ευρώ. Ένα χρηματοδοτικό εργαλείο το οποίο επιτρέπει στις 27 χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης να αυξήσουν τις επενδύσεις τους στην ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία. Θέλω να τονίσω ότι το Ταμείο SAFE αφορά δάνεια τα οποία μπορούν να δοθούν στα κράτη μέλη με προνομιακούς όρους. Δεν αφορά, ουσιαστικά, επιδοτήσεις. Δεν είναι δηλαδή ένα Ταμείο το οποίο έχει αντίστοιχα χαρακτηριστικά με το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.

Η άποψη της Ελληνικής Κυβέρνησης είναι ότι κάποια στιγμή η Ευρώπη θα πρέπει να συζητήσει και τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού ταμείου, το οποίο θα μπορεί να είναι εστιασμένο, με ευρωπαϊκούς πόρους, στη χρηματοδότηση έργων κοινής ευρωπαϊκής ωφέλειας, όπως, παραδείγματος χάρη, η δημιουργία μιας ευρωπαϊκής αντιπυραυλικής ασπίδας που θα καλύπτει όλες τις ευρωπαϊκές χώρες και θα μπορεί να χρηματοδοτηθεί από ευρωπαϊκούς πόρους που θα διατεθούν στη συνέχεια στα κράτη μέλη με τη μορφή επιδοτήσεων και όχι με τη μορφή δανείων. Δεν είμαστε, όμως, εκεί ακόμα.

Έχουμε κάνει, όμως, ένα σημαντικό βήμα. Και το σχέδιο ReArm, το οποίο ήρθε προς ψήφιση στο Ευρωκοινοβούλιο, θέλω να τονίσω ότι ψηφίστηκε από τους Ευρωβουλευτές της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ, καταψηφίστηκε όμως από τον ΣΥΡΙΖΑ, από το Κομμουνιστικό Κόμμα -καμία έκπληξη εδώ-, από την Πλεύση Ελευθερίας, ενώ οι «υπερπατριώτες» της Ελληνικής Λύσης, της Νίκης, και της Φωνής Λογικής προτίμησαν να απέχουν.

Ας βγάλει, λοιπόν, ο καθένας τα συμπεράσματά του για το ποιοι είναι οι πατριώτες στην πράξη και ποιοι οι πατριώτες στα λόγια.

Δεν θα μιλήσω αναλυτικά, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, για την αντίληψή μας για την άμυνα και για τα όσα πετύχαμε αυτά τα σχεδόν έξι χρόνια που μας έχει εμπιστευτεί ο ελληνικός λαός.

Οφείλω όμως να επισημάνω ότι τον Ιούλιο του 2019, όταν για πρώτη φορά οι Έλληνες πολίτες μας εμπιστεύθηκαν, παραλάβαμε μία κατάσταση στις Ένοπλες Δυνάμεις άκρως προβληματική ως αποτέλεσμα σε μεγάλο βαθμό μίας αποεπένδυσης, η οποία, προφανώς, συνόδευσε τις συνολικές επιδόσεις της οικονομίας, τα χρόνια της κρίσης. Έπρεπε, λοιπόν, να κινηθούμε με πολύ γρήγορους ρυθμούς και το πράξαμε.

Σήμερα η εικόνα των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων δεν έχει καμία σχέση με αυτή την οποία παραλάβαμε το 2019: 24 καινούργια μαχητικά Rafale, με τον πιο σύγχρονο εξοπλισμό. Τρεις νέες φρεγάτες Belh@rra, που θα αποτελούν τα πιο σύγχρονα πλοία που θα πλέουν στην Ανατολική Μεσόγειο, η πρώτη, η φρεγάτα «Κίμων» θα παραληφθεί από το Πολεμικό Ναυτικό εντός του 2025. Μη επανδρωμένα αεροσκάφη Heron, υπερσύγχρονα ελικόπτερα ανθυποβρυχιακού πολέμου Romeo, νέες τορπίλες οι οποίες εξοπλίζουν πλέον τα υποβρύχιά μας.

Όμως, και μία συνολική προσπάθεια, κυρίες και κύριοι, που νομίζω ότι έχει ξεχωριστή σημασία, να επενδύσουμε στην υποστήριξη οπλικών συστημάτων, για τα οποία ο Έλληνας φορολογούμενος είχε δαπανήσει δισεκατομμύρια, πλην, όμως, κάποιοι στο παρελθόν δεν είχαν προνοήσει ώστε να υπάρξουν πόροι για τις απαραίτητες συμβάσεις υποστήριξης αυτών των οπλικών συστημάτων, τα λεγόμενα «follow on support». Και εκεί κάναμε μαζί με τον Υπουργό, και τον νυν και τον προκάτοχό του, μία μεγάλη προσπάθεια, έτσι ώστε να μπορέσουμε να διορθώσουμε αστοχίες του παρελθόντος.

Χιλιάδες οχήματα για την Ουκρανία αλλά έχουν… “καινοτομία” για να ενδιαφέρουν τους Έλληνες αρμοδίους;

Με αποτέλεσμα, σήμερα, να έχουμε, για παράδειγμα, έναν επιχειρησιακό στόλο μεταγωγικών αεροσκαφών C-130 και C-27, δεν θέλω να αναφερθώ στην Εθνική Αντιπροσωπεία στην κατάσταση την οποία παραλάβαμε τον Ιούλιο του 2019. Το πρόγραμμα αναβάθμισης των F-16 σε Viper, ένα πρόγραμμα το οποίο είχε υπογραφεί από την προηγούμενη κυβέρνηση, ουσιαστικά καρκινοβατούσε, και με σημαντικές παρεμβάσεις οι οποίες έγιναν στην ελληνική αμυντική βιομηχανία, «τρέχει» πια με πολύ ικανοποιητικούς ρυθμούς και είμαστε αρκετά σίγουροι ότι θα ολοκληρωθεί εντός των συμφωνημένων χρονοδιαγραμμάτων.

Έχουμε πια μία στρατηγική συμμαχία με το Ισραήλ ως προς την εκπαίδευση των Ικάρων μας, με το Κέντρο της Αεροπορικής Εκπαίδευσης στην Καλαμάτα όχι απλά να λειτουργεί για να καλύψει τις ανάγκες της Ελληνικής Αεροπορίας, αλλά ταυτόχρονα να είναι σε θέση και να εκπαιδεύει και πιλότους από άλλες Αεροπορίες, όπως ακριβώς είχε σχεδιαστεί.

Και βέβαια, θέλω να σταθώ ιδιαίτερα στη φροντίδα, στη μέριμνα την οποία δείξαμε για τα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων. Για πρώτη φορά μετά από 14 χρόνια είδαν αυξήσεις στον μισθό και στα επιδόματά τους. Παρουσιάστηκε από τον Υπουργό Εθνικής Άμυνας όχι το νέο μισθολόγιο μόνο των Ενόπλων Δυνάμεων, αλλά μια διαφορετική φιλοσοφία για το πώς από εδώ και στο εξής θα διαχωρίσουμε το βαθμολόγιο από το μισθολόγιο και θα μπορέσουμε να αμείβουμε τα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων με έναν τέτοιο τρόπο που να αντιστοιχεί στις υπηρεσίες που προσφέρουν στην πατρίδα. Αλλά ταυτόχρονα το μισθολόγιο των στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων να είναι αρκετό για να μπορούμε να προσελκύσουμε νέα παιδιά στις παραγωγικές σχολές των Ενόπλων Δυνάμεων, στις στρατιωτικές σχολές. Για τον απλούστατο λόγο ότι είχαμε ένα αντικειμενικό πρόβλημα σήμερα ως προς το ενδιαφέρον των 18χρονων να οραματιστούν μια καριέρα στις Ένοπλες Δυνάμεις. Αυτός ήταν και ο βασικός λόγος που οι ανακοινώσεις αυτές έγιναν τώρα, ώστε να μπορούμε να προφτάσουμε και τις δηλώσεις οι οποίες θα γίνουν στα μηχανογραφικά, και όχι όπως γίνεται συνήθως, στη Διεθνή Έκθεση της Θεσσαλονίκης.

Και βέβαια, θέλω να τονίσω ότι αυτές οι αυξήσεις, οι οποίες είναι ήδη συμφωνημένες, δίνονται ουσιαστικά σε τρεις διαφορετικές φάσεις: τα 30 ευρώ τα οποία ενσωματώθηκαν ήδη από την αύξηση του κατώτατου μισθού από την 1η Απριλίου, από χθες δηλαδή, τα 100 ευρώ τα οποία αφορούν όχι μόνο τα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων αλλά και τα στελέχη των Σωμάτων Ασφαλείας, τα οποία θα δοθούν την 1η Ιουλίου, και προφανώς, οι συμφωνημένες αυξήσεις που ουσιαστικά αφορούν την περίοδο από το 2026 και μετά για τα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων οι οποίες έχουν ήδη ανακοινωθεί.

Και σε όσους εξέφρασαν, θα έλεγα, και έναν δικαιολογημένο προβληματισμό για το τι συμβαίνει με τα Σώματα Ασφαλείας, πέραν των αυξήσεων που έχουμε ήδη ανακοινώσει, θέλω να επαναλάβω ότι αυτή η κυβέρνηση έχει αποδείξει τη διαχρονική μας στήριξη, όχι μόνο στα Σώματα Ασφαλείας, στην κοινωνία συνολικά αλλά και σε κάθε ξεχωριστή κατηγορία. Κάτι το οποίο θα φανεί μετά βεβαιότητας και στις οικονομικές επιλογές που θα αναπτύξουμε στην επόμενη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης.

Όμως, ένα είναι βέβαιο, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι: θα παραμείνουμε υπεύθυνοι και δεν πρόκειται αυτή η κυβέρνηση σε καμία περίπτωση να υποταχθεί σε ένα καταστροφικό σπιράλ παροχολογίας. Η δημοσιονομική υπευθυνότητα και σοβαρότητα είναι το θεμέλιο πάνω στο οποίο χτίζουμε όλες τις πολιτικές μας. Και αυτή η δημοσιονομική υπευθυνότητα σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται να τεθεί σε αμφισβήτηση.

Προοπτική αυξημένου ΜΠΑΕ 2025-2037 λόγω ρήτρας διαφυγής

Έχουμε αποδείξει, πιστεύω, ότι όταν η οικονομία πηγαίνει καλύτερα από αυτό το οποίο κι εμείς περιμένουμε, έχουμε τρόπο να επιστρέφουμε αυτό το πλεόνασμα της ανάπτυξης πίσω σε κοινωνικές ομάδες, ανάλογα με τις προτεραιότητες που θέτουμε. Το ίδιο θα κάνουμε και τώρα. Θα το κάνουμε, όμως, στη σωστή ώρα και με την υπευθυνότητα που πάντα μας διακρίνει.

Έρχομαι τώρα, κυρίες και κύριοι, στην παρουσίαση, σε αδρές γραμμές, του μακροπρόθεσμου προγραμματισμού των αμυντικών εξοπλισμών. Νομίζω ότι είναι απολύτως σαφές γιατί η χώρα μας χρειάζεται ένα τέτοιο μακροχρόνιο σχέδιο, το οποίο θα δίνει ορατότητα όχι μόνο στις Ένοπλες Δυνάμεις αλλά και στη αμυντική βιομηχανία, έτσι ώστε να μπορούμε να κάνουμε έναν προγραμματισμό με ορίζοντα τις ανάγκες του σήμερα αλλά επιχειρώντας να προβλέψουμε και ποιες θα είναι και οι ανάγκες και οι δυνατότητες του αύριο.

Επιτρέψτε μου εδώ να μιλήσω για μία διαφορετική φιλοσοφία, πια, στον τρόπο με τον οποίο εγκρίνουμε τα εξοπλιστικά προγράμματα. Η αλήθεια είναι -το έχω συζητήσει εκτενώς με τον Υπουργό- ότι στο παρελθόν πολύ συχνά βάζαμε το κάρο μπροστά από το άλογο.

Τι σημαίνει αυτό; Ερχόμασταν στη Βουλή παίρνοντας τις, θα έλεγα, επιθυμίες των Ενόπλων Δυνάμεων, εγκρίναμε σωρηδόν εξοπλιστικά προγράμματα, όταν αθροίζαμε το κόστος αυτών των εξοπλιστικών προγραμμάτων διαπιστώναμε ότι όλα αυτά δεν μπορούσαν, ουσιαστικά, να υλοποιηθούν, και το αποτέλεσμα ήταν ότι ουσιαστικά είχαμε ένα τυπικό σχεδιασμό στα χαρτιά, ο οποίος ξεπερνούσε κατά πολύ, όμως, τις πραγματικές δημοσιονομικές δυνατότητες της χώρας.

Τώρα κάνουμε κάτι διαφορετικό. Ο Υπουργός Άμυνας γνωρίζει ότι για την περίοδο του προγράμματος έχει στη διάθεσή του 25 δισεκατομμύρια ευρώ, ένα σημαντικότατο ποσό μέσα στο οποίο πρέπει με τη σειρά του να προτεραιοποιήσει και να χωρέσει εκείνες τις επιλογές οι οποίες πραγματικά είναι κρίσιμες και απαραίτητες, λαμβάνοντας πάντα υπόψη τις εισηγήσεις των Γενικών Επιτελείων. Και στη συνέχεια να έρθει στη Βουλή, να πάει στην Επιτροπή Εξοπλισμών, ώστε αυτά να εγκριθούν και από το Ελληνικό Κοινοβούλιο.

Ποια είναι, λοιπόν, η φιλοσοφία αυτού του νέου προγράμματος για το οποίο ο Υπουργός θα μιλήσει πολύ πιο αναλυτικά, προφανώς γιατί αφορά και σε διαβαθμισμένες πληροφορίες. Εγώ θέλω σήμερα να περιγράψω και να επιχειρήσω μαζί σας να συμφωνήσουμε στη βασική του φιλοσοφία.

Η βασική του φιλοσοφία, λοιπόν, έχει πρώτα και πάνω απ’ όλα να κάνει με την ενσωμάτωση των νέων αμυντικών τεχνολογιών και του τρόπου με τον οποίο ουσιαστικά βλέπουμε στην πράξη ότι αλλάζει το θέατρο των επιχειρήσεων. Από την Ουκρανία μέχρι αυτά τα οποία συμβαίνουν στην Μέση Ανατολή, έχουμε πια να κάνουμε με έναν διαφορετικό πόλεμο από αυτόν τον οποίο γνωρίζαμε τουλάχιστον, ή αυτόν τον οποίο, ενδεχομένως, οι Ένοπλές μας Δυνάμεις ήταν έτοιμες να διεξάγουν. Μη επανδρωμένα οχήματα, περιπλανώμενα πυρομαχικά, drone και anti-drone μέθοδοι πολέμου, συστηματικότατη αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης, έμφαση στην κυβερνοάμυνα αλλά και στην κυβερνοεπίθεση, όλες αυτές είναι τεχνολογίες οι οποίες πια πρέπει να ενσωματωθούν στον μακροχρόνιο σχεδιασμό των Ενόπλων Δυνάμεων.

Διότι πια δεν αρκεί μόνο να εστιαζόμαστε στις ακριβές πλατφόρμες, στις φρεγάτες Belh@rra, στα 20+20 F-35 τα οποία η χώρα μας θα αποκτήσει. Αυτά είναι πολύ σημαντικά και δαπανηρά οπλικά συστήματα, πρέπει να συνοδεύονται, όμως, από επενδύσεις οι οποίες θα συμπληρώνουν αυτές τις μεγάλες πλατφόρμες με νέα, ευέλικτα οπλικά συστήματα, τα οποία μπορούν διαρκώς να προσαρμόζονται, να αναβαθμίζονται και να βελτιώνονται.

Αυτό, εξάλλου, μας έχει δείξει και η εμπειρία του πολέμου στην Ουκρανία, την οποία -όχι μόνο εμείς- μελετάμε και φροντίζουμε να ενσωματώσουμε σε κάθε επιλογή μας. Κατά συνέπεια, η τεχνολογική υπεροχή είναι αναμφισβήτητα ένα σημαντικό συστατικό των προτάσεων για τις οποίες σήμερα συζητούμε.

Η δεύτερη σημαντική παράμετρος, η οποία πια σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αγνοηθεί, είναι η εγχώρια προστιθέμενη αξία. Η αλήθεια είναι ότι στο παρελθόν η χώρα μας έχει δαπανήσει δεκάδες δισεκατομμύρια σε πανάκριβα οπλικά συστήματα, χωρίς να μπορέσει ουσιαστικά να «χτίσει» και να εισπράξει από αυτές τις προμήθειες το αντισταθμιστικό όφελος για να μπορέσει να «χτίσει» μια εύρωστη, μία δυναμική εγχώρια αμυντική βιομηχανία.

Θα έλεγα το αντίθετο μάλιστα, επειδή τα αντισταθμιστικά είναι ταυτισμένα στη συνείδηση της κοινής γνώμης με άλλου είδους παροχές -αποτελούν από τη φύση τους και έναν απαρχαιωμένο όρο- σήμερα πρέπει να μιλάμε για ελληνική προστιθέμενη αξία. Για τη συμμετοχή, δηλαδή, της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας σε όλα τα προγράμματα τα οποία το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας θα δρομολογήσει τα επόμενα χρόνια.

Αυτός πια είναι ένας απαράβατος όρος προκειμένου να μπορούμε να προχωρήσουμε σε οποιαδήποτε μεγάλη αμυντική επένδυση.

Γιατί και πώς αγόρασε η Ελλάδα τα Rafale

Πάρτε για παράδειγμα το πιο εμβληματικό ίσως από τα έργα τα οποία δρομολογεί το Υπουργείο, που δεν είναι άλλο από αυτό το οποίο έχουμε ονομάσει «Ασπίδα του Αχιλλέα». Τι είναι αυτό; Ένας θόλος ουσιαστικά, ο οποίος συνδυάζει τα υφιστάμενα υπάρχοντα μέσα αεράμυνας με νέες δυνατότητες, που θα μπορεί να μας προστατεύει σε πέντε επίπεδα: αντιπυραυλικά -αντιβαλλιστικά δηλαδή-, αντιαεροπορικά, αντιπλοϊκά, ανθυποβρυχιακά, αλλά και anti-drone. Αυτό το σημαντικότατο έργο, που αποτελεί ίσως τη μεγαλύτερη επένδυση την οποία θα κάνουμε τα επόμενα χρόνια, είναι απαραίτητο να μπορεί να συμπεριλαμβάνει και εγχώρια προστιθέμενη αξία.

Υπάρχουν σήμερα ελληνικές βιομηχανίες, ελληνικές εταιρείες, οι οποίες έχουν τη δυνατότητα να παίξουν αυτό τον ρόλο, αρκεί να μπορέσουμε να τους δώσουμε αυτή τη δυνατότητα. Δεν αναφέρομαι μόνο στις κρατικές εταιρείες, στην ΕΑΒ και στα ΕΑΣ, αλλά και σε πολλές εταιρείες του ιδιωτικού τομέα οι οποίες αναπτύσσονται με ταχύτητα, διαβλέποντας το κενό στην ευρωπαϊκή αγορά και την ανάγκη να μπορούμε να παρέχουμε σύγχρονες τεχνολογικές λύσεις που δεν θα καλύπτουν μόνο τις ανάγκες της πατρίδας μας, αλλά θα μπορούν, ενδεχομένως, να εξαχθούν και σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες.

Η Ευρώπη σήμερα -πρέπει να το αντιληφθούμε- έχει ένα μεγάλο παραγωγικό κενό όσον αφορά στην άμυνα. Αν, παραδείγματος χάρη, θέλουμε να μιλήσουμε για αντιπυραυλική προστασία, η Ελλάδα είναι μία από τις χώρες που διαθέτει αμερικανικά συστήματα Patriot, αλλά αν θέλουμε να πάμε να αγοράσουμε νέα συστήματα Patriot, πιστεύω -θα με διορθώσει ο Υπουργός- ότι θα χρειαστούμε τέσσερα με πέντε χρόνια για να μπορέσουμε να προμηθευτούμε ένα τέτοιο σύστημα, πολύ απλά γιατί δεν υπάρχει η παραγωγική δυνατότητα. Οι ευρωπαϊκές δυνατότητες είναι περιορισμένες, το Ισραήλ είναι μία χώρα με την οποία έχουμε μία στρατηγική συμμαχία και ενδεχομένως μπορεί πιο γρήγορα να μας παρέχει τέτοιες δυνατότητες.

Αν, όμως, τα συστήματα αυτά κατασκευάζονται και στην Ελλάδα, αυτό μας δίνει άλλες δυνατότητες να μπορούν οι ελληνικές εταιρείες να διεκδικήσουν τέτοιου είδους προμήθειες και από άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Μιλάμε, λοιπόν, για μία τελείως διαφορετική φιλοσοφία στον τρόπο με τον οποίον θέλουμε να αναπτύξουμε την ελληνική αμυντική βιομηχανία.

Και βέβαια, θέλω να συγχαρώ το Υπουργείο για το γεγονός ότι μέσα από το ΕΛΚΑΚ, το Ελληνικό Κέντρο Ανάπτυξης και Καινοτομίας, ήδη γίνονται κάποια σημαντικά πρώτα βήματα για το πώς θα μπορέσουμε να αναπτύξουμε το οικοσύστημα των νεοφυών επιχειρήσεων γύρω από την άμυνα.

Διότι σήμερα, όπως σας είπα, δεν είναι μόνο οι μεγάλες αμυντικές βιομηχανίες αυτού του κόσμου που πρωταγωνιστούν σε αυτό το νέο θέατρο πολεμικών επιχειρήσεων και στις προμήθειες που χρειάζονται για να καλύψουν τις ανάγκες των κρατών μελών. Πολλές νεοφυείς επιχειρήσεις έχουν τη δυνατότητα να παίξουν αυτό τον ρόλο, αξιοποιώντας ειδικά την τεχνητή νοημοσύνη, για να παρέχουν τέτοιου είδους φτηνές λύσεις σε χώρες οι οποίες θα είναι διατεθειμένες να μπορέσουν να συνάψουν τέτοια συμβόλαια.

Το anti-drone σύστημα «Κένταυρος», το οποίο ήδη έχει τοποθετηθεί σε ελληνικά πλοία, είναι ακριβώς ένα τέτοιο παράδειγμα του τι μπορούμε να πετύχουμε στην πατρίδα μας, τι μπορούν να πετύχουν οι Έλληνες μηχανικοί, οι Έλληνες επιχειρηματίες και πώς μπορούμε να συνεργαστούμε, ελληνικό κράτος – Υπουργείο Εθνικής Άμυνας με αυτό το οικοσύστημα νεοφυών επιχειρήσεων που θέλει ουσιαστικά να επενδύσει στον τομέα της άμυνας.

Ελληνικός Στρατός χωρίς FOS: ακινησίες και στα Marder 1A3

Ο τρίτος άξονας, για τον οποίον μίλησα ήδη, που διαπνέει τη φιλοσοφία αυτού του μακροπρόθεσμου εξοπλιστικού προγράμματος, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, αφορά στη διαρκή υποστήριξη των συστημάτων τα οποία έχουμε ήδη προμηθευτεί.

Ακούγεται πάρα πολύ ελκυστικό και πολιτικά ωραίο να αγοράζουμε, να προμηθευόμαστε καινούργια οπλικά συστήματα, όμως γνωρίζουμε ότι τα συστήματα αυτά είναι εξαιρετικά ακριβά και πολυδάπανα κι αν δεν έχουμε φροντίσει από τώρα για τη συντήρησή τους, δύο πράγματα μπορεί να συμβούν: είτε θα βρεθούμε μπροστά σε δυσάρεστες δημοσιονομικές εκπλήξεις στο μέλλον, κάτι το οποίο δεν είμαστε διατεθειμένοι να κάνουμε, είτε να καταλήξουμε να έχουμε οπλικά συστήματα τα οποία θα λειτουργούν για λίγα χρόνια και μετά θα περιέρχονται σε απραξία.

Αυτό δεν πρόκειται να το επιτρέψουμε. Γι’ αυτό κι ένα σημαντικό κομμάτι του προϋπολογισμού του Υπουργείου κατευθύνεται ακριβώς σε τέτοιου είδους υποστηρικτικές δράσεις, «follow on support», ακριβές από τη φύση τους, γιατί αυτή είναι η μορφή αυτών των συμβάσεων υποστήριξης, πλην όμως απολύτως απαραίτητων. Επιδεικνύουμε έτσι και τον στοιχειώδη σεβασμό στα χρήματα των Ελλήνων φορολογουμένων, τα οποία δαπανήθηκαν για πανάκριβα εξοπλιστικά προγράμματα.

Επαναλαμβάνω: δεν είναι αυτά τα οποία πάντα προσελκύουν τα φώτα της δημοσιότητας, είναι όμως μια απαραίτητη επένδυση στην επιχειρησιακή επάρκεια των Ενόπλων Δυνάμεων και στην αύξηση της διαθεσιμότητας όλων των μέσων τα οποία διαθέτουμε.

Θέλω, επίσης, να επαναλάβω την υποστήριξή μου στη δύσκολη πολιτικά πρωτοβουλία του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας για την αναδιάταξη των δυνάμεών μας, έτσι ώστε να μπορούμε να έχουμε εκείνες τις δυνάμεις εκεί όπου πρέπει να τις έχουμε και να έχουμε ικανοποιητικές διαθεσιμότητες σε εκείνες τις μονάδες οι οποίες είναι απολύτως κρίσιμες.

Καταλαβαίνω γιατί αυτό μερικές φορές μπορεί να προκαλεί μια μικρή αναταραχή στις τοπικές κοινωνίες, είναι μια πρωτοβουλία, όμως, απολύτως απαραίτητη για τον νέο Στρατό, για το νέο Ναυτικό, για τη νέα Αεροπορία την οποία οραματιζόμαστε και μια πρωτοβουλία την οποία στηρίζω απόλυτα.

Κύριε Πρόεδρε, για να ολοκληρώσω, οι καιροί, όπως μίλησα στην εισαγωγή μου, αλλάζουν, και αλλάζουν δραματικά. Έχουμε ένα χρέος να συμβαδίζουμε με τα προτάγματά τους. Πολύ περισσότερο καθώς είμαστε μια χώρα που μπορεί να είναι μικρή σε έκταση αλλά είναι πολύ μεγάλη σε γεωπολιτική σημασία.

Κυρίως, όμως, είναι μια χώρα με μεγαλύτερες φιλοδοξίες -τονίζω- όχι επιθετικές αλλά σταθερά αποτρεπτικές. Γιατί σε μια ασταθή διεθνή συγκυρία, οφείλουμε να διατηρήσουμε την εσωτερική μας σταθερότητα εδραιωμένοι στην εθνική μας κυριαρχία.

Και έτσι, η αμυντική μας πολιτική αποκτά τόσο υπαρξιακά όσο και αναπτυξιακά χαρακτηριστικά. Όπως είπα στην αρχή, δεν μπορεί να υπάρξει ευημερία χωρίς ασφάλεια και κυριαρχία. Όπως και δεν μπορεί να υπάρχει ασφάλεια, χωρίς χρηματοδότηση από μία δυναμική οικονομία.

Θα ήταν αδύνατον να μπορέσουμε να εξασφαλίσουμε στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας τους πόρους που σήμερα έχει στη διάθεσή του για να κάνει αυτόν τον μακροχρόνιο σχεδιασμό, εάν δεν είχε αναταχθεί πλήρως η δημοσιονομική εικόνα της χώρας, αν η οικονομία μας δεν αναπτυσσόταν έτσι όπως αναπτύσσεται και αν δεν είχαμε πια κερδίσει τη δημοσιονομική σταθερότητα η οποία αποτελούσε πάντα το ζητούμενο για την πατρίδα μας τα δύσκολα χρόνια της κρίσης.

Και βέβαια, αυτό το οποίο άλλοτε αποκαλούσαμε «άμυνα», σημαίνει πολλά περισσότερα από τη φύλαξη των συνόρων. Περιλαμβάνονται πλέον σε αυτό πολύπλευρες υβριδικές απειλές, είτε αυτές έχουν τη μορφή οργανωμένων μεταναστευτικών ροών είτε έχουν την μορφή κυβερνοεπιθέσεων είτε τη μορφή εκστρατειών παραπληροφόρησης, με συχνό στόχο τη χειραγώγηση των πολιτών μιας κοινωνίας.

Γι’ αυτό και έχει μια σημασία ότι την επιτελική ευθύνη για την παρακολούθηση αυτών των σύνθετων υβριδικών απειλών, δίπλα στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, θα την έχει και η Γραμματεία Εθνικής Ασφάλειας, αναβαθμίζοντας τον Σύμβουλο Εθνικής Ασφάλειας ουσιαστικά σε μία μικρή, ευέλικτη αλλά οργανωμένη δομή υπό την προσωπική μου παρακολούθηση.

ΣΕΚΠΥ: Από τα 13 δισ. € εξοπλιστικών η συμμετοχή μας δεν ξεπερνά το… 2-3%!

Σκοπός μας είναι στη διάρκεια των επόμενων ετών η Ελλάδα πια να μπορεί να διαθέτει ένα από τα πιο προηγμένα αμυντικά συστήματα της Ευρώπης στην πράξη, ως μέρος, σαφώς, της Ατλαντικής Συμμαχίας. Είμαστε χώρα μέλος του ΝΑΤΟ, τιμούμε τις συμμαχίες μας. Όπως έχω πει σε αυτή την αίθουσα έχουμε μία στρατηγική συμμαχία με τις Ηνωμένες Πολιτείες, την οποία και θα τιμήσουμε, αλλά ταυτόχρονα είμαστε χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η Ελλάδα θα μπορέσει να αποτελέσει έναν κεντρικό βραχίονα της ευρωπαϊκής στρατηγικής άμυνας στον 21ο αιώνα.

Εξάλλου, η Ελλάδα ήταν μία χώρα που πάντα δαπανούσε -και τις δύσκολες εποχές- άνω του 2% του ΑΕΠ της για επενδύσεις στην άμυνα. Σήμερα είμαστε πολύ πάνω από το όριο αυτό και προφανώς αυτή η δυνατότητά μας να δαπανούμε περισσότερο στην άμυνα, μας καθιστά και κρίσιμους παίκτες σε αυτή τη συζήτηση για τη νέα ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική άμυνας.

Αυτός ο μακροχρόνιος προγραμματισμός, λοιπόν, και να κλείσω με αυτό, προφανώς δεν μπορεί να αποτελεί μόνο υπόθεση μιας παράταξης. Είναι εθνικά αναγκαίο να εδράζεται στον κοινό παρονομαστή μιας στοιχειώδους -εκεί τουλάχιστον μπορεί να επιτευχθεί- εθνικής συνεννόησης.

Είναι ενδιαφέρον ότι στον κρίσιμο τομέα αυτόν δεν έχω δει ουσιαστικές προτάσεις από τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Θα αναμένω με ενδιαφέρον τη σημερινή συζήτηση, έτσι ώστε να επιχειρήσουμε τουλάχιστον να καταλήξουμε σε κάποιες συνθέσεις, οι οποίες θα είναι και εθνικά επωφελείς.

Εμείς καταθέτουμε τους βασικούς άξονες του δικού μας σχεδίου. Όπως είπα, τις αμέσως επόμενες μέρες ο Υπουργός στην αρμόδια Επιτροπή θα μιλήσει πολύ πιο αναλυτικά για τους άξονες αυτού του προγράμματος, ενός προγράμματος το οποίο ουσιαστικά βάζει τη χώρα στο δικό μας πατριωτικό μονοπάτι της ευθύνης, της αυτοπεποίθησης, της αποφασιστικότητας.

Όταν ο Θουκυδίδης έγραφε «οι καιροί ου μενετοί», αναφερόταν στον πόλεμο. Το ίδιο, όμως, ισχύει και στην ειρήνη. Οι περιστάσεις δεν περιμένουν. Οφείλουμε να τις αδράξουμε, αναλαμβάνοντας το τίμημα και το κόστος της ελευθερίας και της κυριαρχίας, προκειμένου η Ελλάδα να παραμείνει ισχυρή σε έναν αβέβαιο πλανήτη.

Αλλά να συνεχίσει και απρόσκοπτα την πορεία της προς την πρόοδο, τιμώντας με αυτόν τον τρόπο το ένδοξο παρελθόν της, διασφαλίζοντας το παρόν και χτίζοντας ένα πιο αισιόδοξο, ένα πιο ασφαλές μέλλον.

Σας ευχαριστώ.

Γιατί και πώς αγόρασε η Ελλάδα τα Rafale

ΔΕΥΤΕΡΟΛΟΓΙΑ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ

Βρήκα τη συζήτηση αρκετά διαφωτιστική, πρέπει να σας πω, ως προς τα πεδία εκείνα όπου διαπιστώνω ότι μπορεί να υπάρχει μία σχετική σύγκλιση μεταξύ κάποιων, τουλάχιστον, πολιτικών δυνάμεων. Αλλά και, νομίζω, ταυτόχρονα αρκετά αποκαλυπτική ως προς τοποθετήσεις που άκουσα, κυρίως από κόμματα τα οποία προέρχονται από το αριστερό φάσμα, σχετικά με το πώς αντιλαμβάνονται πραγματικά τις αμυντικές προτεραιότητες και μία εθνική πολιτική θωράκισης των εθνικών συμφερόντων της πατρίδας μας.

Ξεκινώ, λοιπόν, απαντώντας σε κάποιες από τις ενδιαφέρουσες τοποθετήσεις του κ. Ανδρουλάκη, λέγοντας, επί της αρχής, ότι στην τοποθέτησή σας δεν άκουσα ουσιαστικές διαφοροποιήσεις με το σχέδιο το οποίο παρουσίασα σήμερα ως προς τις εθνικές προτεραιότητες σχετικά με τον αμυντικό σχεδιασμό. Και θα εξηγήσω στη συνέχεια τι ακριβώς εννοώ.

Επιτρέψτε μου, όμως, κάποιες εισαγωγικές παρατηρήσεις για το γεωπολιτικό τοπίο μέσα στο οποίο διεξάγεται αυτή η συζήτηση. Είναι ακριβές να πει κανείς, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ότι η Ευρώπη τα τελευταία χρόνια υπήρξε γεωπολιτικά αφελής. Αυτή τη φράση την έχω χρησιμοποιήσει επανειλημμένως, εντός και εκτός συνόρων, όταν διαπίστωνα μία αδυναμία κατανόησης των γεωπολιτικών συσχετισμών και μία, θα έλεγα, αφέλεια ευρωπαϊκή, η οποία στηριζόταν σε ένα πλαίσιο παραδοχών, το οποίο όλοι αντιλαμβάνονταν ότι έπαυε πια να ισχύει.

Το 2017, ο τότε Αμερικανός Πρόεδρος και νυν Αμερικανός Πρόεδρος, ο Donald Trump, με τον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο εκφράζεται, είπε στην Ευρώπη μία μεγάλη αλήθεια. Και η αλήθεια αυτή ήταν ότι μετά την πτώση του Τείχους και την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, η Ευρώπη ουσιαστικά απεμπόλησε τις ευθύνες της απέναντι στην ευρωπαϊκή άμυνα, εκχωρώντας ουσιαστικά αυτή την αρμοδιότητα στις Ηνωμένες Πολιτείες, με αποτέλεσμα οι Ηνωμένες Πολιτείες να παρέχουν μία ασπίδα ασφάλειας στην Ευρώπη, χωρίς όμως η Ευρώπη να κάνει αυτά τα οποία της αναλογούν στα πλαίσια μιας συμμαχίας. Αναφέρομαι εδώ στο ΝΑΤΟ, το οποίο υποχρέωνε τις ευρωπαϊκές χώρες, αν μη τι άλλο, να δαπανούν τουλάχιστον 2% του ΑΕΠ τους στις αμυντικές δαπάνες. Η Ελλάδα δεν άνηκε ποτέ σε αυτή την κατηγορία, διότι πάντα ήμασταν πάνω από το όριο του 2%.

Αυτή η πραγματικότητα, λοιπόν, δυστυχώς αποκαλύφθηκε σε όλη της την έκταση μετά την απροκάλυπτη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και μετά την επανεκλογή του ίδιου Αμερικανού Προέδρου, ο οποίος μας είχε ήδη προειδοποιήσει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα ήταν διατεθειμένες να αναλάβουν δυσανάλογα μεγάλο βάρος για την προστασία της Ευρώπης. Ουσιαστικά, μας υποχρέωσε να κοιταχτούμε, με απότομο τρόπο, στον καθρέφτη και να αναλογιστούμε τις δικές μας -και αναφέρομαι στις ευρωπαϊκές, για να μην με παρεξηγήσει κανείς-, τις ευρωπαϊκές μας αδυναμίες.

Εδώ φάνηκε ότι κάποιοι από εμάς, οι οποίοι μιλούσαμε για την ανάγκη στρατηγικής αυτονομίας εδώ και χρόνια, είχαμε τελικά δίκιο. Διότι η Ευρώπη, και να δανειστώ μια φράση η οποία δεν είναι δική μου αλλά είναι του Προέδρου Macron, «δεν μπορεί σε αυτή τη γεωπολιτική ζούγκλα να προσποιείται ότι είναι ένα φυτοφάγο ζώο εν μέσω πολλών καρνιβόρων».

Άλλαξαν οι καιροί. Άλλαξε το πλαίσιο το οποίο δημιουργήθηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, σε μεγάλο βαθμό δεν ισχύει πια. Η δύναμη, λοιπόν, της ισχύος είναι σημαντική και αυτό είναι κάτι το οποίο, έστω και με καθυστέρηση, η Ευρώπη αρχίζει να το αντιλαμβάνεται.

Και εδώ θα έλεγα ότι οι πολιτικές δυνάμεις τις οποίες έχει και την τιμή η Νέα Δημοκρατία να εκπροσωπεί, το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, η ευρωπαϊκή κεντροδεξιά, βρέθηκε στην πρώτη γραμμή τού να προτάξει τα ζητήματα της άμυνας και της ασφάλειας στην Ευρώπη, στον νέο πενταετή κύκλο των ευρωπαϊκών θεσμών ο οποίος άνοιξε τον περασμένο χρόνο.

Και πράγματι γίνονται βήματα, για τα οποία τουλάχιστον μπορούμε να συμφωνήσουμε ότι είναι στη σωστή κατεύθυνση, αλλά δεν μας ικανοποιούν ακόμα ούτε ως προς την ταχύτητα ούτε ως προς την έκτασή τους, αν θέλουμε πραγματικά να μιλήσουμε για ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία.

Και εξηγούμαι: η ρήτρα διαφυγής είναι μια επιτυχία. Είναι μια επιτυχία γιατί δίνει τη δυνατότητα για μεγαλύτερη δημοσιονομική ευελιξία σε χώρες οι οποίες δεσμεύονται από τις «οροφές» δαπανών, έτσι ώστε να μπορούν, κάνοντας τους δικούς τους υπολογισμούς, να αυξήσουν τους αμυντικούς προϋπολογισμούς, χωρίς αυτή η επιπρόσθετη αύξηση να συνυπολογίζεται στις δαπάνες οι οποίες τίθενται από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Αυτό μας δίνει κάποια, θέλω να το τονίσω, δημοσιονομική ευελιξία. Η δημοσιονομική ευελιξία δεν είναι απεριόριστη, διότι σε κάθε περίπτωση ο τελικός κριτής δεν είναι μόνο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, είναι οι ίδιες οι αγορές και τελικά η βιωσιμότητα του χρέους μας. Διότι αυτή η ευελιξία μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο με φειδώ, διότι σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη συνολική δημοσιονομική σταθερότητα.

Και θέλω να θυμίσω εδώ ότι το 2020-2021 αυτή η κυβέρνηση πήρε κάποιες δύσκολες αποφάσεις. Οι δύσκολες αποφάσεις αφορούσαν την προώθηση, με μεγάλη ταχύτητα και πάντα με διακρατική συμφωνία και προφανώς και την κύρωση της Βουλής, δύο πολύ σημαντικών αμυντικών προγραμμάτων: για τα Rafale και τις φρεγάτες Belh@rra.

Το κάναμε διότι η κατάσταση την οποία παραλάβαμε, κ. Φάμελλε, το 2019 στις Ένοπλες Δυνάμεις… Δεν θέλω να μιλήσω δημόσια, σε περισσότερες λεπτομέρειες. Θα πω μόνο ότι εκμεταλλευτήκαμε σε ένα βαθμό και την ευρωπαϊκή ρήτρα διαφυγής, τη γενική ρήτρα διαφυγής, για να κάνουμε κάποιες σημαντικές αμυντικές επενδύσεις με μεγάλη ταχύτητα.

Και πράγματι, ολοκληρώσαμε δύο πολύ σημαντικά εξοπλιστικά προγράμματα, με διακρατικές συμφωνίες, με απόλυτη διαφάνεια, και το τελικό αποτέλεσμα είναι ότι καταφέραμε και πήραμε 24 αεροπλάνα Rafale με πυραύλους Meteor και τρεις υπερσύγχρονες φρεγάτες, οι οποίες θα είναι ενταγμένες στον ελληνικό στόλο μέχρι το τέλος του 2026. Καλύψαμε, δηλαδή, με πολύ μεγάλη ταχύτητα ένα μεγάλο επιχειρησιακό κενό το οποίο είχαμε.

Αλλά γνωρίζουμε τα όρια της ρήτρας διαφυγής. Και γι’ αυτό σε καμία περίπτωση αυτή η κυβέρνηση, η οποία έχει επενδύσει τόσο πολύ στη δημοσιονομική σταθερότητα, δεν πρόκειται να επιτρέψει αυτή η δημοσιονομική ευελιξία να οδηγήσει σε τέτοια κατάχρηση που να θέσει σε κίνδυνο συνολικά τη δημοσιονομική σταθερότητα. Αυτό το γνωρίζει και ο Υπουργός και γνωρίζει ότι η ευελιξία την οποία έχουμε δεν είναι αμελητέα αλλά δεν είναι και απεριόριστη.

Έρχομαι τώρα, κ. Ανδρουλάκη, στο ζήτημα του SAFE. Έχετε δίκιο να λέτε, το είπα και εγώ, εξάλλου, ότι ένα φτηνό χρηματοδοτικό εργαλείο -γιατί αυτό είναι ουσιαστικά το SAFE, φανταστείτε το ως ένα μεγάλο ευρωπαϊκό δάνειο το οποίο δίνεται σε κράτη μέλη με προνομιακό επιτόκιο, γιατί δανείζεται η Ευρώπη πιο χαμηλά από ό,τι μπορούμε να δανειστούμε εμείς, οπότε, το όφελος μας ουσιαστικά είναι η διαφορά στο επιτόκιο- δεν μπορεί να μας λύσει το πρόβλημα διότι ουσιαστικά προσθέτουμε και άλλο χρέος. Είναι σίγουρα κάποια ανάσα, δεν θα κάνει, όμως, τη διαφορά.

Άρα, είναι μια κίνηση στη σωστή κατεύθυνση, αλλά σε καμία περίπτωση δεν είναι αυτό το οποίο ζητάμε. Και εδώ παραβιάζετε ανοιχτές θύρες, διότι πρώτος έχω μιλήσει για την ανάγκη να υπάρχει για την άμυνα και ένα ευρωπαϊκό ταμείο, το οποίο θα χρηματοδοτήσει ευρωπαϊκές επενδύσεις μέσα από επιχορηγήσεις, και όχι μέσα από δανεικά.

Έχω περιγράψει, μάλιστα, ποια μπορούν να είναι τα έργα εκείνα, κοινού ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος, τα οποία θα μπορούσαν να χρηματοδοτηθούν από ένα τέτοιο ταμείο. Και έχω προτάξει, και έχουμε προτάξει ως Ελλάδα -δεν είμαστε μόνοι μας, και η Πολωνία συμφωνεί σε αυτό και πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες- έναν ευρωπαϊκό αντιπυραυλικό θόλο, γιατί, όπως καταλαβαίνετε, αν δανειστούμε ευρωπαϊκά θα πρέπει το όφελος να είναι ευρωπαϊκό, δεν μπορεί το όφελος να είναι εθνικό. Θα πρέπει να βρούμε κάποιο πρόγραμμα το οποίο να έχει ευρωπαϊκό όφελος και το οποίο να μπορεί να υποστηρίξει και η ευρωπαϊκή βιομηχανία, εφόσον έχει ορατότητα και γνωρίζει ότι θα γίνουν σημαντικές αγορές σε αυτή την κατεύθυνση. Και ακριβώς αυτή τη λογική υπηρετεί και η ελληνική πρόταση.

Είμαστε εκεί; Όχι, δεν είμαστε ακόμα εκεί. Δεν είμαστε ακόμα εκεί, κ. Ανδρουλάκη. Διότι φαντάζομαι ότι γνωρίζετε ότι ήδη, εν όψει του προϋπολογισμού της επόμενης προγραμματικής περιόδου, 2028-2035, αρχίζει να γίνεται ήδη μια συζήτηση για το πώς θα αποπληρώσουμε τα δάνεια του Ταμείου Ανάκαμψης, τα οποία έχουμε ευρωπαϊκή υποχρέωση να αρχίσουμε να τα αποπληρώνουμε το 2028. Και αν αυτό δεν αλλάξει -και η Ελλάδα εισηγείται, για να είμαι σαφής, αυτές οι υποχρεώσεις να μετατεθούν στο μέλλον-, τότε το 20%, προσέξτε, το 20% του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού θα κατευθυνθεί στις αποπληρωμές των δανείων του Ταμείου Ανάκαμψης.

Αυτό είναι προφανώς κάτι το οποίο δεν μπορούμε να το κάνουμε δεκτό -γιατί καταλαβαίνετε τις επιπτώσεις που θα έχει αυτό και για τη συνοχή και για τα προγράμματα που αφορούν τον αγροτικό τομέα-, όχι μόνο εμείς, και πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Άρα, κάθε φορά που μιλάμε για καινούργια ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία, πρέπει να αντιλαμβανόμαστε ότι πρέπει να βρούμε και μία φόρμουλα με την οποία αυτά θα μπορέσουμε ευρωπαϊκά να τα ξεπληρώσουμε. Υπάρχει όμως, και θέλω να το τονίσω αυτό, μια αλλαγή στάσης από πολλές χώρες οι οποίες ανήκαν στην κατηγορία των «φειδωλών», όπως η Φινλανδία, παραδείγματος χάρη, οι οποίες για πρώτη φορά συζητούν την έκδοση ευρωπαϊκού χρέους για επιχορηγήσεις για την άμυνα.

Τουλάχιστον, είναι μία πρόοδος. Είναι μία διαδικασία η οποία φαίνεται να κινείται στη σωστή κατεύθυνση. Μακάρι λοιπόν να έχουμε και τη στήριξη και άλλων πολιτικών ομάδων, και των Ευρωπαίων Σοσιαλιστών, σε αυτή την κατεύθυνση. Νομίζω ότι ως χώρα θα έχουμε όφελος εάν προφανώς συμβεί κάτι τέτοιο, διότι, επαναλαμβάνω, υπάρχουν όρια στο πόσο μπορεί να επιβαρυνθεί ο κρατικός προϋπολογισμός από τις αμυντικές δαπάνες.

Έρχομαι τώρα σε ένα ζήτημα το οποίο τέθηκε από πολλά διαφορετικά κόμματα και το οποίο αφορά την έννοια της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης, ποια είναι η ευρωπαϊκή υποχρέωση σε περίπτωση που ένα κράτος μέλος δεχθεί επίθεση. Στο ΝΑΤΟ αυτό ονομάζεται άρθρο 5. Θέλω να θυμίσω ότι η Διακήρυξη της Ουάσιγκτον είναι ένα πολύ λιτό κείμενο, που υπεγράφη πριν από 75 χρόνια, το οποίο λέει ξεκάθαρα ότι μία επίθεση εναντίον εντός κράτους μέλους είναι επίθεση εναντίον όλων.

Καταλαβαίνουμε, όμως, ότι το άρθρο 5 δεν είναι απολύτως σαφές ότι μπορεί να ενεργοποιηθεί σε περίπτωση που υπάρξει επίθεση από κράτος μέλος του ΝΑΤΟ. Και νομίζω ότι όλοι καταλαβαίνετε τι εννοώ.

Γι’ αυτό, λοιπόν, η έννοια της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας, η ένταση δηλαδή με την οποία η Ευρώπη θα μπορέσει να υπερασπιστεί την εδαφική ακεραιότητα ενός κράτους μέλους, αποκτά ξεχωριστή σημασία.

Υπάρχει αυτό σήμερα στις ευρωπαϊκές συνθήκες; Βεβαίως και υπάρχει. Είναι το άρθρο 42, παράγραφος 7 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης, το οποίο διαβάζω: «Σε περίπτωση κατά την οποία κράτος μέλος δεχθεί ένοπλη επίθεση στο έδαφός του, τα άλλα κράτη μέλη οφείλουν να του παράσχουν βοήθεια και συνδρομή με όλα τα μέσα που έχουν στη διάθεσή τους, σύμφωνα με το άρθρο 51 του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών».

Αυτό υπάρχει ήδη, αλλά δεν μιλάμε γι’ αυτό. Δεν μιλάμε γι’ αυτό στην Ευρώπη. Τα κράτη μέλη του ΝΑΤΟ μιλούν για το άρθρο 5. Δεν μιλούν για το άρθρο 42, παράγραφος 7.

Έχουμε, λοιπόν, εμείς κάθε λόγο το άρθρο 42, παράγραφος 7, να το αναδεικνύουμε ως την «κορωνίδα» της ευρωπαϊκής πολιτικής ασφάλειας, διότι αφορά πρωτίστως εμάς. Και μία ευρωπαϊκή πολιτική ασφάλειας προφανώς δεν μπορεί να μη συμπεριλαμβάνει μία ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής σε περίπτωση, ω μη γένοιτο, που ένα ευρωπαϊκό κράτος δεχθεί επίθεση.

Άκουσα κάποια σχόλια, και θέλω απλά να το αποσαφηνίσω, για τη νομοθετική πρόταση που υιοθέτησε η Επιτροπή σχετικά με την ευελιξία στο Ταμείο Συνοχής. Θέλω να είναι απολύτως σαφές ότι αυτή η ευελιξία, κ. Ανδρουλάκη, δεν είναι υποχρεωτική. Είναι ευελιξία. Κάθε κράτος μέλος, λοιπόν, έχει τη δυνατότητα να επανατοποθετήσει κονδύλια από το Ταμείο Συνοχής, όχι μόνο για την άμυνα, αλλά και για τη στέγαση και για έργα ανθεκτικότητας υδάτων, για έργα interconnectors, διασυνδέσεις δηλαδή ηλεκτρικής ενέργειας, δίκτυα και υποδομές φόρτισης. Αυτές ήταν ελληνικές διεκδικήσεις.

Αυτό δεν είναι υποχρεωτικό. Δεν χάνουμε λεφτά από τη Συνοχή. Θέλω να είμαι τελείως σαφής και ξεκάθαρος: τα λεφτά της Συνοχής, του ΕΣΠΑ δηλαδή, για να το πω πολύ απλά, είναι τα ίδια. Εξασφαλίσαμε, όμως, μεγαλύτερη ευελιξία, για να κατευθύνουμε υφιστάμενους πόρους από τη Συνοχή σε έργα στα οποία συμπεριλαμβάνεται η άμυνα -εμείς δεν έχουμε πρόθεση να το κάνουμε- αλλά και σε άλλα έργα τα οποία αφορούν κυρίως ύδατα και ηλεκτρικές διασυνδέσεις, τα οποία είναι απολύτως κρίσιμα για εμάς.

Θέλω να κάνω μία αναφορά, γιατί μου έκανε εντύπωση που κανείς δεν το σχολίασε, γιατί μιλάμε συχνά για προβολή ισχύος και τον τρόπο με τον οποίο, θα έλεγα, συμπλέει η εξωτερική πολιτική με την αμυντική πολιτική. Κάνατε μία αναφορά, κ. Ανδρουλάκη, στον «νόμο Μανιάτη», ο οποίος καθορίζει ουσιαστικά τα οικόπεδα προς εκμετάλλευση από εταιρείες που ενδιαφέρονται για έρευνα στο πεδίο των υδρογονανθράκων. Πρώτος εγώ, στην πρώτη μου δήλωση, αναγνώρισα ότι πράγματι τα οικόπεδα αυτά χαράχθηκαν το 2014, από την κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου. Προκηρύχθηκαν, δεν υπήρχε ενδιαφέρον τότε για τα οικόπεδα νοτίως της Κρήτης. Με αυτή την κυβέρνηση εκδηλώθηκε ενδιαφέρον, και από την ExxonMobil και από τη Chevron.

Άρα, προφανώς, επειδή άκουσα πάλι κατηγορίες για την ηγεσία -δεν τα είπατε εσείς, τα είπαν άλλοι- του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, κάτι καλό έκαναν αυτοί οι άνθρωποι για να μπορέσουν, μαζί με τον προκάτοχό τους -θέλω να κάνω μια ξεχωριστή αναφορά στον κ. Σκυλακάκη-, για να μπορέσουν οι εταιρείες αυτές να έρθουν στην Ελλάδα.

Και προφανώς αντιλαμβάνεστε την ιδιαίτερη σημασία τού να υπάρχουν σήμερα δύο αμερικανικές εταιρείες, οι οποίες τι κάνουν; Γιατί καλά τα λόγια, είναι ωραία τα λόγια. Έρχονται και λένε: «κυριαρχικά δικαιώματα νοτίως της Κρήτης ασκεί η Ελλάδα. Γι’ αυτό συνομιλούμε με την Ελλάδα».

(Ομιλίες εκτός μικροφώνου)

Τι είπατε; Δεν σας άκουσα. Ναι, συμφωνούν. Ωραία, καλό είναι αυτό. Διαπιστώνω μεγαλύτερη σύμπνοια στα θέματα αυτά. Εκτός αν δεν πιστεύετε ότι είναι καλό αυτή τη στιγμή η Ελλάδα, γιατί είναι και αυτή μια άποψη, μπορώ να την ακούσω, μπορεί κάποιος να μου πει εδώ, που είναι μια θεμιτή άποψη, ενδεχομένως να είναι η άποψή σας, δεν ξέρω, γιατί έχω μπλεχτεί γενικά με τις θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ, μπορεί κάποιος να πει ότι «εγώ δεν θέλω να κάνω καμία έρευνα υδρογονανθράκων». Μπορεί κάποιος να το πει αυτό το πράγμα.

(Ομιλίες εκτός μικροφώνου)

Εγώ απάντησα με τις πράξεις των ανθρώπων, όχι με λασπολογία και δολοφονία χαρακτήρα.

Εσείς μπορεί να έχετε την άποψη, κ. Φάμελλε, ότι η χώρα δεν πρέπει να προχωράει σε έρευνες υδρογονανθράκων. Καλό θα είναι να το αποσαφηνίσετε και να το πείτε αν είναι.

Η δική μας άποψη είναι ότι από τη στιγμή που θα χρειαστούμε φυσικό αέριο για τα επόμενα 30 χρόνια τουλάχιστον, από το να πληρώνουμε πολλά δισεκατομμύρια για να εισάγουμε φυσικό αέριο, είναι πολύ καλύτερο να διερευνήσουμε αν έχουμε δικό μας φυσικό αέριο παρά να το πληρώνουμε και να το εισάγουμε επιβαρύνοντας τον κρατικό προϋπολογισμό και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.

Έρχομαι, λοιπόν, στο πού αντιλαμβάνομαι ότι υπάρχει μια στοιχειώδης συναντίληψη σε αυτή την αίθουσα, από αυτούς τουλάχιστον που ασχολήθηκαν με το αντικείμενο, διότι υπήρχαν και κάποιοι ή κάποιες που μίλησαν για τελείως άσχετα θέματα. Θα επανέλθω και σε αυτό στη συνέχεια.

Αντιλαμβάνομαι ότι υπάρχει μια βασική συναντίληψη στο γεγονός ότι σε ένα σύγχρονο θέατρο επιχειρήσεων η τεχνολογία και η καινοτομία παίζουν κρίσιμο ρόλο. Και σε αυτό το οποίο είπε ο κ. Βελόπουλος, «μα καλά θα κάνετε 12ετές πρόγραμμα όταν αλλάζουν όλα τόσο γρήγορα;», ένα όχι παράλογο επιχείρημα θα έλεγα, η απάντηση είναι ότι κάθε τρία χρόνια το πρόγραμμα αυτό αναθεωρείται.

Εμείς έχουμε έναν συνολικό δημοσιονομικό χώρο, αλλά προφανώς το πρόγραμμα αυτό δεν είναι, ως προς κάποια προγράμματα, μακροπρόθεσμο. Προφανώς καταλαβαίνετε ότι αν η χώρα έχει αποφασίσει, και σωστά κατά την άποψη μας, να προμηθευτεί μαχητικά πέμπτης γενιάς F-35, αυτό προϋποθέτει μια πολύ μακροπρόθεσμη επένδυση. Διότι δεν μιλάμε μόνο για την αγορά των αεροσκαφών, μιλάμε για σημαντικές υποδομές οι οποίες πρέπει να γίνουν στην Ανδραβίδα, γιατί εκεί θα φιλοξενηθούν, και οι οποίες προφανώς απαιτούν ένα μακροχρόνιο σχεδιασμό.

Αυτό δεν σημαίνει, όμως, ότι δεν παρακολουθούμε τις εξελίξεις και δεν βλέπουμε ότι αυτή τη στιγμή η τεχνολογία τρέχει τόσο γρήγορα που ενδεχομένως κάτι το οποίο θεωρούσαμε ότι μπορεί να είναι πλεονέκτημα της Τουρκίας, τα αργά, βαριά drones, ενδεχομένως τελικά σε ένα θέατρο επιχειρήσεων να μην είναι τόσο μεγάλο πλεονέκτημα όσο κάποιοι πίστευαν. Και να έχει πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον να έχει κανείς ένα πολύ μεγαλύτερο αριθμό μικρών drones, πολλά εκ των οποίων μπορούν να κινούνται και με τεχνητή νοημοσύνη. Ή πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον μπορεί να έχει όχι μόνο αυτό, αλλά η δυνατότητά σου κάθε 15 μέρες, κάθε 30 μέρες να μπορείς να επικαιροποιείς τα συστήματα επικοινωνίας έτσι ώστε αυτά να μην είναι αντικείμενα παρεμβολών.

Ευτυχώς, και θέλω να το τονίσω αυτό, έχουμε την τύχη να έχουμε, ή είχαμε την προνοητικότητα, θα έλεγα, να έχουμε έναν αρχηγό του Γενικού Επιτελείου ο οποίος ο ίδιος είναι ηλεκτρολόγος μηχανικός και ο οποίος καταλαβαίνει τεχνολογία και νομίζω ότι αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό, αν αντιληφθεί κανείς το είδος των επενδύσεων που πρέπει να κάνουμε από εδώ και στο εξής. Άρα, νομίζω ότι λέμε με σαφήνεια ότι αυτό είναι ένα ζήτημα το οποίο πρέπει να μας απασχολήσει.

Το δεύτερο ζήτημα είναι η συμπαραγωγή, οι δυνατότητες της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας. Δεν θέλω να μιλήσω για την κατάσταση στην οποία παραλάβαμε ούτε την ΕΑΒ ούτε τα ΕΑΣ. Κάνουμε μια μεγάλη προσπάθεια αυτή τη στιγμή, ειδικά και στην ΕΑΒ, για να μπορέσουμε να την ανατάξουμε πλήρως και σε πρώτη φάση να είναι σε θέση να υλοποιήσει το πρόγραμμα εκσυγχρονισμού των F-16 σε Viper.

Για τα ΕΑΣ, ναι, αυτή την στιγμή προχωρούμε σε μια σύμπραξη με μια σημαντικότατη εταιρεία από την Τσεχία, προκειμένου να μπορούμε να μπούμε δυναμικά στην παραγωγή πυρομαχικών τα οποία είναι απολύτως απαραίτητα.

Διότι όταν λέτε ότι τα ΕΑΣ έκαναν τζίρο, ναι, δεν μας είπατε και με τι κόστος τον έκαναν τον τζίρο αυτό. Εάν είναι να κάνουν τζίρο και το κόστος παραγωγής να είναι τρεις φορές μεγαλύτερο από τα έσοδα, τότε δεν νομίζω ότι αυτή είναι μια βιώσιμη επιχείρηση. Άρα, ο σκοπός είναι οι επιχειρήσεις αυτές να είναι και βιώσιμες, όχι απλώς να κάνουν τζίρο. Λοιπόν, γιατί ήταν βαθιά προβληματικές και ζημιογόνες επιχειρήσεις, οι οποίες πρέπει πλήρως να αναταχθούν.

Επιτρέψτε μου, όμως, να σταθώ λίγο περισσότερο, γιατί δεν νομίζω ότι του δώσατε αρκετά μεγάλη σημασία, στη δουλειά η οποία γίνεται στο ΕΛΚΑΚ, αλλά και στη δυνατότητα ιδιωτικών επιχειρήσεων, μεγάλων και μικρών, να μπορέσουν να παίξουν σημαντικό ρόλο σε αυτή τη συμπαραγωγή.

Δημιουργούμε ουσιαστικά μια καινούργια αγορά, για να το πω με απλά λόγια. ελληνικές επιχειρήσεις, κάποιες μεγάλες, κάποιες μικρότερες, αντιλαμβάνονται ότι το κομμάτι της άμυνας προσελκύει πια μεγάλο ενδιαφέρον. Και είναι διατεθειμένες να επενδύσουν, να πάρουν επιχειρηματικό ρίσκο και να αναπτύξουν καινούργια συστήματα, τα οποία μπορεί να είναι χρήσιμα για τις Ένοπλες Δυνάμεις και να καταλήξουν όχι μόνο να πάρουν μεγαλύτερες παραγγελίες, αλλά να εξάγουν και τα συστήματα αυτά στην Ευρώπη.

Επαναλαμβάνω: η παραγωγική βάση σήμερα της Ευρώπης δεν είναι ικανή για να καλύψει τις ανάγκες τις οποίες έχει η ίδια η Ευρώπη. Και αυτό δεν είναι μόνο ελληνικό πρόβλημα, είναι ευρωπαϊκό πρόβλημα και γι’ αυτό και θα χρειαστεί να μπορέσουμε να επενδύσουμε περισσότερο για να αναπτύξουμε αυτή τη βιομηχανία, τις διαλειτουργικότητες, τις παραγγελίες από κοινού.

Εάν θέλουμε να παραγγείλουμε ένα οπλικό σύστημα και μία άλλη ευρωπαϊκή χώρα θέλει να παραγγείλει ακριβώς το ίδιο, δεν υπάρχει κανείς λόγος γιατί να βάλουμε δύο ξεχωριστές παραγγελίες. Μπορούμε να πάμε μαζί και να διεκδικήσουμε και καλύτερες τιμές. Όλα αυτά προβλέπονται στον καινούργιο κανονισμό και στο καινούργιο πλαίσιο για τη χρηματοδότηση τέτοιων δαπανών.

Και τέλος, για τα ζητήματα των διαθεσιμοτήτων, έγινε κουβέντα γι’ αυτό. Νομίζω το είπατε εσείς, κ. Φάμελλε: «πόσα C-130 πετάνε σήμερα;». Δεν θυμάμαι ποιος το ρώτησε; Εσείς. Ωραία. Να σας πω πόσα πετούσαν το 2019; Το ξέρετε. Μισό, κ. Φάμελλε. Λυπάμαι που το λέω, αλλά αυτή είναι η πραγματικότητα.

Έχουμε φτάσει πια σε ένα σημείο να είμαστε απολύτως σίγουροι ότι μπορούμε να έχουμε μέχρι το τέλος του χρόνου έξι C-130, έξι C-27, απολύτως επιχειρησιακά. Είναι μια μεγάλη πρόοδος. Δεν είμαστε ακόμα εκεί που θέλουμε να είμαστε, αλλά είναι μια μεγάλη πρόοδος. Και ήταν μια ιστορική αμαρτία το γεγονός ότι δεν δίναμε καμία έμφαση στις follow on support. Το ίδιο πρόβλημα έχουμε με τα NH90. Αυτή είναι η πραγματικότητα.

Γι’ αυτό και είναι καλύτερο να αγοράζουμε ενδεχομένως λιγότερα στην αρχή, για να το πω πολύ απλά και λαϊκά, και να έχουμε εξασφαλισμένη την υποστήριξη σε βάθος χρόνου, από το να εντυπωσιάζουμε και να λέμε «τα πήραμε, τι ωραία που είναι», και μετά από τρία χρόνια να διαπιστώνουμε ότι η διαθεσιμότητα έχει πάει στα τάρταρα.

Αυτό αλλάζει. Αλλάζει και γι’ αυτό ένα σημαντικό κομμάτι του προϋπολογισμού του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας πηγαίνει ακριβώς στην υποστήριξη συστημάτων, των καινούργιων προφανώς, αλλά και των παλιών συστημάτων, τα οποία δεν μπορούν να απαξιώνονται. Διότι αν θέλεις να βάλεις μπροστά ένα σύστημα τέτοιο, στοιχίζει πάρα πολλά χρήματα εάν τα έχεις παρατήσει.

Και δυστυχώς, υπάρχουν και προβληματικές, πολύ προβληματικές συμβάσεις, τις οποίες κληρονομήσαμε από το παρελθόν. Μια επιλογή «διαμάντι» την οποία είχατε κάνει, κ. Φάμελλε, τα περίφημα P-3, τα αεροπλάνα ναυτικής υποστήριξης. Η πρώτη σας επιλογή, το πρώτο εξάμηνο, επιλέξατε να ανακαινίσετε ένα αεροπλάνο το οποίο είχε κατασκευαστεί πριν γεννηθώ, αεροπλάνο του 1967. Εν πάση περιπτώσει, πήρατε αυτή την απόφαση. Ήμασταν δεσμευμένοι, καταφέραμε με χίλια ζόρια να πετάξει το πρώτο.

Υπεγράφη αυτή η σύμβαση το 2015 και το πρώτο P-3 πετάει τώρα. Τουλάχιστον τη βάλαμε σε μία τάξη. Μας στοίχισε πολύ ακριβά, τουλάχιστον να πάρουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε. Δική σας επιλογή και του Υπουργού Εθνικής Αμύνης σας, για να μην ξεχνιόμαστε.

Έρχομαι τώρα λίγο στα ζητήματα, δεν θα πω πολλά γι’ αυτά τα οποία είπατε, κ. Φάμελλε, μου θύμισαν λίγο… Έχω την εντύπωση ότι πλανάται στην αίθουσα ένα πρόσωπο το οποίο δεν είναι σήμερα εδώ στην αίθουσα, ναι, δίνει διαλέξεις αυτή τη στιγμή, γράφει και κείμενα στρατηγικής πυξίδας, στα οποία καταφέρνει να λέει πολλές φορές το ίδιο και το ακριβώς αντίθετο, σαν αυτό να αποτελεί εθνική στρατηγική.

Αλλά πιστεύω ότι αν πάρουμε ανθρώπους στο δρόμο και τους ρωτήσουμε «τι ακριβώς θυμάστε από την εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ;», νομίζω θα σας πούν δύο πράγματα. Το πρώτο που θα σας πουν…

(Ομιλίες εκτός μικροφώνου)

Ναι, οι 17 ώρες δεν είναι εξωτερική πολιτική. Θα έρθω σε αυτό στη συνέχεια, γιατί αφορά την κα Κωνσταντοπούλου. Είναι ενδιαφέρον αυτό.

Το πρώτο που θυμούνται είναι ότι «η θάλασσα δεν έχει σύνορα». Αυτό θα το θυμούνται σίγουρα. Αυτό ειπώθηκε, και όχι απλά ειπώθηκε, υλοποιήθηκε και ως πολιτική, η πολιτική των ανοιχτών συνόρων. Αυτό θα το θυμούνται σίγουρα, το θυμάται και η χώρα. Μας πλήγωσε πάρα πολύ.

Και το δεύτερο το οποίο θυμούνται προφανώς, το δεύτερο το οποίο θυμούνται είναι τη Συμφωνία των Πρεσπών και την αναγνώριση «μακεδονικής» γλώσσας και «μακεδονικής» εθνότητας, και τώρα βλέπουμε τα προβλήματα που αυτή η επιλογή άφησε. Αυτά, λοιπόν, πιστεύω ότι θυμούνται από τις δικές σας μέρες και δεν νομίζω ότι θέλουν να επιστρέψουμε εκεί.

Έρχομαι, λοιπόν, τώρα σε κάποια ερωτήματα τα οποία τέθηκαν ρητορικά, πιστεύω. Είμαστε σήμερα πιο ισχυροί απ’ ό,τι ήμασταν το 2019; Νομίζω ότι πρέπει να είναι κανείς πολύ κακοπροαίρετος να πει ότι οι Ένοπλες Δυνάμεις δεν είναι σε πολύ καλύτερη κατάσταση σήμερα από ό,τι ήταν το 2019, γιατί προφανώς έγιναν σημαντικές επενδύσεις. Έγιναν από το υστέρημα του ελληνικού λαού. Αλλά δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι σήμερα οι Ένοπλες Δυνάμεις είναι σε πολύ καλύτερη κατάσταση απ’ ό,τι ήταν το 2019.

Και προφανώς αυτό δεν αφορά μόνο τα μεγάλα εξοπλιστικά προγράμματα, αφορά και τα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων. Επειδή άκουσα διάφορα, και νομίζω κάποια δικαιολογημένα, άκουσα από πολλούς να λένε: «σήμερα δεν είναι ελκυστικές οι Ένοπλες Δυνάμεις ως καριέρα για ένα νέο παιδί 18 χρονών το οποίο σκέφτεται τι θα κάνει στη ζωή του».

Και σε ένα βαθμό αυτό είναι σωστό. Και πράγματι δεν γίνεται αυτή τη στιγμή να αναθέτουμε, ας το πούμε, σε έναν πλωτάρχη να κυβερνήσει ένα σκάφος το οποίο μπορεί να στοιχίζει δεκάδες, μπορεί και εκατοντάδες εκατομμύρια και να μην αισθάνεται αυτός ο άνθρωπος ότι έχει μια ανταμοιβή αντάξια της πολύ λεπτής αποστολής την οποία καλείται να επιτελέσει.

Αυτή, λοιπόν, την πραγματικότητα αυτή η κυβέρνηση έρχεται και τη διορθώνει. Όταν εμείς ερχόμαστε σήμερα και λέμε ότι για έναν πλωτάρχη ο οποίος έχει 18 χρόνια υπηρεσία, από τα τέλη 2025, αρχές 2026 θα μπορέσει να πάρει μια αύξηση που για όλο το έτος του 2026 θα ισοδυναμεί με 5.500 ευρώ, είναι μια σοβαρή αύξηση αυτή την οποία εισηγείται το Υπουργείο. Και αντίστοιχες αυξήσεις υπάρχουν για όλα τα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων.

Και αυτές τις αυξήσεις μπορούμε να τις δώσουμε αφενός διότι έγιναν κάποιες σημαντικές εξοικονομήσεις και αφετέρου γιατί, ναι, μπορούμε να πατήσουμε πάνω στη ρήτρα διαφυγής, ειδικά για τις Ένοπλες Δυνάμεις, για να μπορέσουμε να δικαιολογήσουμε και ευρωπαϊκά αυτές οι πρόσθετες δαπάνες να εξαιρεθούν από τον υπολογισμό και από τις «οροφές» των δαπανών.

Αυτό είναι το ευχαριστώ το οποίο εμείς λέμε στα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων. Και το λέμε με πράξεις, όχι με λόγια.

Μίλησα για τα Σώματα Ασφαλείας και για τις ανακοινώσεις τις οποίες θα κάνουμε στη Διεθνή Έκθεση της Θεσσαλονίκης. Εκεί συνιστώ απλά λίγη υπομονή.

Θυμίζω και πάλι, όμως, ότι τα 100 ευρώ αύξηση, πέραν των 30 ευρώ που δόθηκαν ήδη, τα 100 ευρώ αύξηση από 1η Ιουλίου του 2025 θα τα πάρουν όλοι οι εργαζόμενοι στα Σώματα Ασφαλείας και είναι παραπάνω και από αυτό το οποίο διεκδικούσαν, συμπεριλαμβανομένων -μπορώ να το ανακοινώσω σήμερα- και των σωφρονιστικών υπαλλήλων, οι οποίοι και αυτοί αξίζουν αυτό το έκτακτο επίδομα.

Έρχομαι τώρα, για να κλείσω την τοποθέτησή μου, με μια αναφορά σε αυτά τα οποία είπε η κα Κωνσταντοπούλου. Πρώτον, το ενδιαφέρον σας για τις γυναικοκτονίες, κα Κωνσταντοπούλου, είναι καταγεγραμμένο και απολύτως σεβαστό. Δεν θεωρώ, όμως, ότι έχετε κάποια παραπάνω ευαισθησία εσείς για το ζήτημα αυτό απ’ ό,τι έχουμε εμείς, απ’ ό,τι έχει ο οποιοσδήποτε σε αυτή την αίθουσα.

Η διαφορά είναι ότι εσείς δεν ασκείτε και δεν έχετε κυβερνητικές ευθύνες, ενώ εμείς έχουμε. Και η διαφορά είναι ότι στο ζήτημα αυτό έχουμε να επιδείξουμε μια πολιτική η οποία ήδη φέρνει μετρήσιμα αποτελέσματα. Όταν σήμερα η Ελληνική Αστυνομία έχει εξετάσει, συνολικά το 2024, περί τα 20.000 περιστατικά, αυτό είναι μια σημαντική πρόοδος.

Και ξέρετε γιατί είναι πρόοδος; Είναι πρόοδος γιατί οι γυναίκες αισθάνονται σήμερα ότι μπορούν να εμπιστευτούν την Ελληνική Αστυνομία για ένα τέτοιο περιστατικό, να το καταγγείλουν και αυτό το περιστατικό να το διαχειριστεί η Ελληνική Αστυνομία με επαγγελματισμό. Υπάρχουν πάντα και αστοχίες που οδηγούν σε τραγωδίες. Και σε αυτές το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να σκύψουμε το κεφάλι και να πούμε: «ναι, θα κοιτάξουμε να γίνουμε καλύτεροι».

Αλλά δεν μπορείτε, δεν έχετε δικαίωμα να έρχεστε σε αυτή την αίθουσα εν είδει εθνικού εισαγγελέα και να καταγγέλλετε, αφορίζοντας πολιτικές οι οποίες έχουν ήδη αποτέλεσμα. Γιατί δεν πάτε να μιλήσετε, αφού ενδιαφέρεστε τόσο πολύ, στις γυναίκες που έχουν το panic button; Το πήραν το panic button και ενεργοποιείται το panic button και το panic button έχει σώσει ζωές. Δεν το ξέρετε; Αδιάφορο είναι αυτό τελείως; Είναι κάτι το οποίο πρέπει να το προσπεράσουμε ωσάν να μην έχει γίνει;

Ότι σήμερα έχουμε 73 υπηρεσίες αντιμετώπισης ενδοοικογενειακής βίας, στελεχωμένες ως επί το πλείστον με γυναίκες αξιωματικούς, στα αστυνομικά τμήματα, με τελείως διαφορετική εικόνα, που μια γυναίκα μπορεί εκεί να πάει να μιλήσει και να αισθανθεί πιο προστατευμένη.

Είμαστε εκεί όπου θέλουμε; Όχι, δεν είμαστε εκεί όπου θέλουμε. Πάντα υπάρχει το καλύτερο. Αλλά σε καμία περίπτωση δεν έχετε το δικαίωμα να έρχεστε εδώ και να αφορίζετε μια πολιτική η οποία μέχρι σήμερα έχει να δείξει μετρήσιμα αποτελέσματα. Και το πιο σημαντικό αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής είναι ότι οι γυναίκες έχουν το θάρρος πια, έχουν το θάρρος να καταγγείλουν αυτή την…

(Ομιλίες εκτος μικροφώνου)

Το βρήκαν το θάρρος από την εμπιστοσύνη την οποία έχουν στην Ελληνική Αστυνομία, σίγουρα όχι από αυτά που λέτε εσείς. Γιατί κάπου το βρήκαν το θάρρος. Όσο περισσότεροι μιλούν γι’ αυτό το θέμα τόσο το καλύτερο. Όλοι μπορεί να έχουν έναν ρόλο στην παραπάνω ευαισθητοποίηση.

Αλλά, από το να μιλάμε για το ζήτημα αυτό και να αισθάνεται κάποιος ότι αυτό είναι ένα θέμα το οποίο τον απασχολεί -και είναι δικαίωμα σας να θέτετε τις δικές σας προτεραιότητες, και για εμάς είναι προτεραιότητα- μέχρι να αφορίζει όλα αυτά τα οποία έχουν γίνει, υπάρχει μία απόσταση.

Όμως, βρίσκω ενδιαφέρον το γεγονός ότι συζητάμε και για άλλα θέματα πλην της μονοθεματικότητας η οποία σας έχει απασχολήσει στον δημόσιο διάλογο τους τελευταίους μήνες, και αναφέρομαι στην τραγωδία των Τεμπών, είναι ενδιαφέρον αυτό διότι, ξέρετε, όσο μιλάτε για τα θέματα αυτά αρχίζει και καταλαβαίνει ο κόσμος ποιες είναι οι θέσεις τις οποίες πραγματικά πρεσβεύετε.

Και νομίζω εδώ, επιτρέψτε μου να σταχυολογήσω τρεις συγκεκριμένες: «εμείς δεν αγαπάμε κανένα νόμισμα, αγαπάμε τον λαό». Όλοι αγαπάμε τον λαό, αλλά έχουμε νόμισμα το ευρώ και θέλουμε να το υπερασπιστούμε, δεν θέλουμε να πάμε στη δραχμή.

Είναι απολύτως θεμιτό, και εγώ σας αναγνωρίζω μία ειλικρίνεια, κα Κωνσταντοπούλου. Μία ειλικρίνεια και στη θέση στην οποία ήσασταν όταν ήσασταν Πρόεδρος της Βουλής. Φύγατε από τον ΣΥΡΙΖΑ γιατί θεωρήσατε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έκανε όντως μία τεράστια «κολοτούμπα». Θέλατε να οδηγήσετε τη χώρα στη δραχμή και στην άτακτη έξοδο από το ευρώ. Αυτή είναι η αλήθεια, γιατί δεν το λέτε;

Είναι η άποψή σας, είναι η πολιτική σας. Γιατί δεν έχετε το θάρρος να την υπερασπιστείτε και να το πείτε δημόσια; Το εννοήσατε περίπου. Να το πείτε και δημόσια, όμως. Σίγουρα υπάρχουν κάποιοι Έλληνες -και σήμερα ενδεχομένως- οι οποίοι πιστεύουν ότι αυτό να είναι το καλύτερο. Πιστεύω ότι είναι μια μειοψηφία, πιστεύω ότι αυτή η συζήτηση έχει κλείσει οριστικά. Αν θέλετε να την επαναφέρετε στον δημόσιο διάλογο, να το κάνετε με θάρρος, όμως. Με θάρρος και όχι με ημίμετρα.

Το δεύτερο, λοιπόν, το οποίο άκουσα στην τοποθέτησή σας και αυτό είναι ενδιαφέρον γιατί μας διαβάσατε…

(Ομιλίες εκτός μικροφώνου)

Μην εκνευρίζεστε, θα τα ακούσετε.

Λοιπόν, μας μιλήσατε για την ιδρυτική σας διακήρυξη. Και άκουσα καλά ότι η ιδρυτική σας διακήρυξη περιγράφει μια Ελλάδα, «ένα μεγάλο ανοιχτό περιβόλι, το οποίο θα υποδέχεται τον κάθε κατατρεγμένο, είτε αυτός δικαιούται άσυλο είτε αυτός είναι αποτέλεσμα οικονομικής εκμετάλλευσης».

Όχι, κα Κωνσταντοπούλου, η Ελλάδα δεν είναι «μπάτε σκύλοι αλέστε» με αυτή την κυβέρνηση. Έχει σύνορα, προστατεύουμε τα σύνορά μας. Σεβόμαστε απόλυτα αυτούς οι οποίοι έχουν δικαίωμα ασύλου και στους οποίους το χορηγούμε, αλλά είμαστε επίσης απολύτως ξεκάθαροι: αν θέλεις να μπεις παράνομα στην Ελλάδα και δεν δικαιούσαι άσυλο, θα κάνουμε ό,τι περνάει από το χέρι μας για να σε στείλουμε πίσω από εκεί που ήρθες.

Και με οργανωμένο τρόπο θα υποδεχθούμε εκείνους τους οικονομικούς μετανάστες, που εμείς θα καθορίσουμε πόσους και ποιους χρειαζόμαστε. Δεν θα κάνουν κουμάντο οι διακινητές και οι μη κυβερνητικές οργανώσεις που συνεργάζονται μαζί τους, στο ποιος θα μπαίνει στην πατρίδα μας. Άρα, να μία δεύτερη μεγάλη διαφορά μας.

Πράγματι, είμαστε από δύο διαφορετικούς κόσμους και καλό είναι αυτό να το εξηγούμε και να μιλάμε λίγο περισσότερο γι’ αυτά τα οποία πρεσβεύετε, τώρα που έχετε πάρει και δημοσκοπική ορμή, αέρα, έχετε αέρα δημοσκοπικό στα πανιά σας, προς μεγάλη θλίψη του κ. Ανδρουλάκη. Είχα προβλέψει την εξέλιξη αυτή, βέβαια, γιατί όταν πας και ταυτίζεσαι με τα πιο ακραία στοιχεία, οι πολίτες θα επιλέξουν το πρωτότυπο και όχι το αντίγραφο. Το αφήνω στην άκρη αυτό.

Και το τρίτο, πραγματικά για την άμυνα τι λέτε; Μιλήσατε για τον πατριωτισμό, κάνατε αναφορές στο 1940, αλλά δεν μου λέτε: αν η χώρα δεχθεί επίθεση, με καρδούλες και με μαργαρίτες θα αντιμετωπίσουμε τον εχθρό; Πώς το καταλαβαίνετε, δηλαδή; Πρέπει ή δεν πρέπει η χώρα να έχει αξιόπιστες Ένοπλες Δυνάμεις, αν χρειαστεί, που να προβάλλουν ισχυρή αποτροπή; Καλές οι καρδούλες, αλλά όχι στην άμυνα.

Έρχομαι, λοιπόν, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, για να κλείσω -και ζητώ συγγνώμη γιατί πήρα παραπάνω χρόνο, αλλά νομίζω ότι έπρεπε να δώσω αυτές τις αποσαφηνίσεις- τελειώνοντας από εκεί που ξεκίνησα. Ο Υπουργός Εθνικής Άμυνας θα παρουσιάσει στην αρμόδια Επιτροπή της Βουλής τις λεπτομέρειες του εξοπλιστικού προγράμματος.

Θέλω να ζητήσω τη μέγιστη δυνατή στήριξη της Εθνικής Αντιπροσωπείας, διότι αυτή η πολιτική είναι μια πολιτική που σίγουρα ξεπερνά τον ορίζοντα αυτής της κυβέρνησης, αλλά είναι μία πολιτική η οποία έχει εθνικά χαρακτηριστικά, διότι εδώ συντελείται ένας μεγάλος μετασχηματισμός. Δεν είναι μόνο μια πολιτική αγοράς οπλικών συστημάτων, είναι μία πολιτική, ίσως, κατά την άποψή μας, η πιο σοβαρή πολιτική μεταρρύθμισης Ενόπλων Δυνάμεων, που χρειάζονται μεγάλες και τολμηρές αλλαγές.

Και όσο μεγαλύτερη στήριξη έχουμε από τα κόμματα της αντιπολίτευσης, τόσο πιο αποτελεσματικοί θα είμαστε στην υλοποίηση της πολιτικής μας και τόσο πιο πολύ θα στείλουμε και ένα μήνυμα στην ελληνική κοινωνία ότι, ασχέτως των διαφορών μας σε άλλα θέματα, στην εθνική άμυνα τουλάχιστον μπορούμε και πρέπει να ομονοούμε.

Related Articles

Back to top button