Δούρειος Ίππος - Podcasts
ΕΛΛΑΔΑ

Πώς εμφανίσθηκαν τα Rafale “από το πουθενά”;

Rheinmetall Lynx

Από Σάββας Δ. Βλάσσης

Η αποκάλυψη αυτές τις ημέρες, ότι η Ελλάδα εξετάζει την πιθανή προμήθεια μαχητικών αεροσκαφών Rafale, έχει οδηγήσει ήδη σε ανάπτυξη διαφόρων απόψεων, εκτιμήσεων και… ευχών, για την επιχειρησιακή εκμετάλλευση του αεροσκάφους και τον ρόλο που θα διαδραματίσει σε υπηρεσία με την Πολεμική Αεροπορία.

Όμως η πραγματικότητά είναι ότι η όλη υπόθεση, βρίσκεται ακόμη σε πάρα πολύ πρώιμο στάδιο. Επί της ουσίας, το ζήτημα προέκυψε από τον στενό κύκλο του πρωθυπουργού ως πρόταση, όταν η πίεση από το αμερικανικό ενδιαφέρον που εκδηλώθηκε για πώληση φρεγατών, οδήγησε την κυβέρνηση στον “τερματισμό” της συζητήσεως για γαλλικές φρεγάτες.

Επί του τελευταίου, πρέπει να επισημάνουμε ότι το Πολεμικό Ναυτικό, πέραν των όποιων ελλείψεων οπλισμού είχε το σχέδιο Belh@rra, δεν ήταν ιδιαιτέρως ενθουσιασμένο -όπως και στην περίπτωση των FREMM παλαιότερα- από την ιδέα εντάξεως γαλλικών κυρίων μονάδων επιφανείας με σειρά νέων πυραυλικών όπλων. Το κόστος, που θεωρήθηκε υπερβολικό, η αδυναμία των Γάλλων να εξεύρουν ελκυστική πρόταση χρηματοδοτήσεως, ορισμένες απαιτήσεις τους ως προς την μέθοδο επιλύσεως νομικών διαφορών κ.λπ. ενίσχυσαν το αρνητικό κλίμα.

Ωστόσο, σε υψηλό πολιτικό επίπεδο εκτιμήθηκε ότι η επίσημη άρνηση στις γαλλικές φρεγάτες -ένα πρόγραμμα στο οποίο απέδιδε μεγάλη σημασία η γαλλική κυβέρνηση- την στιγμή που το Παρίσι υποστηρίζει τόσο ανοικτά τις ελληνικές θέσεις, ιδίως στην παρούσα συγκυρία, με την Τουρκία, θα έπρεπε να αντισταθμιστεί με ένα άλλο πιο “βατό” πρόγραμμα. Η επιλογή του Rafale, θεωρήθηκε κατάλληλη και χωρίς να έχει ερωτηθεί ο επιχειρησιακός φορέας, το ενδεχόμενο τέθηκε από τον Έλληνα πρωθυπουργό στον Γάλλο πρόεδρο.

Είναι ενδεικτικό ότι μόνο τότε, ζητήθηκε από το Υπουργείο Εθνικής Αμύνης, η γνωμοδότηση της Πολεμικής Αεροπορίας, περί μιας ενδεχομένης προμήθειας, η οποία δεν μπορεί να αφορά παρά μία μόνο Μοίρα. Η γαλλική πλευρά, ως ελκυστικό στοιχείο, προσφέρει την δυνατότητα παραχωρήσεως αριθμού μεταχειρισμένων αεροσκαφών, από τα ήδη υπάρχοντα σε υπηρεσία με την Γαλλική Αεροπορία. Αυτά μπορούν να χρησιμοποιηθούν για εκπαίδευση και ταχεία εισαγωγή σε υπηρεσία, μέχρι την έναρξη παραλαβών των αεροσκαφών νέας κατασκευής. Επειδή τα τελευταία θα ενσωματώνουν προφανώς βελτιώσεις που θα έχει αιτηθεί η Πολεμική Αεροπορία, τα μεταχειρισμένα αεροσκάφη θα πρέπει μελλοντικώς να υποβληθούν σε πρόγραμμα εκσυγχρονισμού ώστε να επέλθει πλήρης ομογενοποίηση της Μοίρας.

Στην παρούσα φάση λοιπόν, είναι σαφές ότι η Πολεμική Αεροπορία επισημαίνει τα ζητήματα που προκύπτουν από μια τέτοια πιθανή εξέλιξη, δηλαδή την επιβάρυνση του συστήματος υποστηρίξεως από την είσοδο σε υπηρεσία ενός νέου τύπου, με εντελώς νέο κινητήρα και μάλιστα δικινητήριου. Είναι δεδομένο ότι το Rafale με τις επιδόσεις του, θα συνιστά ενίσχυση στην δύναμη της Πολεμικής Αεροπορίας. Επειδή όμως δεν πρόκειται για προγραμματισμένη εξέλιξη, εν απουσία μάλιστα οιασδήποτε διαδικασίας συγκριτικής αξιολογήσεως, είναι φυσικό σε τέτοιες περιπτώσεις να “απασχολούν” περισσότερο τα προβλήματα που προκύπτουν. Ιδίως δε, καθώς θα πρόκειται για έναν τόσο περιορισμένο αριθμό αεροσκαφών.

Αυτό λοιπόν που πρέπει να έχει κανείς υπ’ όψιν αυτή την στιγμή, είναι ότι όλα βρίσκονται σε πολύ αρχικό στάδιο. Τίποτα δεν έχει οριστικοποιηθεί, ιδίως από την στιγμή που η οικονομική κατάσταση της χώρας, είναι δεινή. 

Βεβαίως, άπαξ και υπάρχει πολιτική απόφαση και εξασφαλισθεί χρηματοδότηση, η Πολεμική Αεροπορία δεν θα έχει κανέναν λόγο. Όμως, θα είναι η τέταρτη φορά στην σύγχρονη ιστορία της, κατά την οποία θα υποχρεωθεί να εντάξει γαλλικό μαχητικό στην δύναμή της, επειδή αυτό επιτάσσουν ανώτερα της στρατιωτικής ηγεσίας κλιμάκια λήψεως αποφάσεων. Είχαμε θίξει προσφάτως το διαχρονικό ζήτημα στις προμήθειες γαλλικών αεροσκαφών, υποστηρίζοντας ότι ποτέ δεν επιλέχθηκαν βάσει επιχειρησιακών κριτηρίων κι εξ αυτού, η όποια ποιοτική υπεροχή μπορούσαν να προσφέρουν, απαξιωνόταν λόγω μειωμένων αριθμών αγοράς και μικρής σχετικώς επενδύσεως σε πληρότητα εξοπλισμού αποστολής – όπλων, σε συνδυασμό με προβληματική υποστήριξη σε ανταλλακτικά.

Υπάρχει μέλλον για γαλλικά μαχητικά σε ελληνική υπηρεσία;

Κάποιοι καλοί συνάδελφοι, επεδίωξαν να αμφισβητήσουν την θέση μου ότι όλες οι προμήθειες γαλλικών μαχητικών επιβλήθηκαν με πολιτικά κριτήρια κι όχι από την ηγεσία της ΠΑ για τις αρετές τους, οι οποίες είναι αδιαμφισβήτητες. Επειδή μερίδα επιτελών της ΠΑ σε οποιαδήποτε φάση και χρονική περίοδο, ήταν υπέρ μιας δεύτερης πηγής προμήθειας μαχητικών, τόσο για εξασφάλιση ποιοτικού πλεονεκτήματος εν σχέσει με τον εχθρό όσο και για περιορισμό της εξαρτήσεως από μία μόνο πηγή, δεν σημαίνει ότι αυτά απετέλεσαν θεσμοθετημένες θέσεις της Υπηρεσίας. Μπορεί κάποιος επιτελής ή Κλάδος στο ΓΕΑ, να έκανε σχετικές εισηγήσες και προτάσεις, όμως η ιστορία δείχνει ότι ποτέ η ΠΑ δεν τις υιοθέτησε σε επίπεδο θεμελιώδους “δόγματος” που να αγγίζει την ίδια την οργάνωση – υπόστασή της. 

Mirage F.1CG

Η πρώτη προμήθεια το 1974, υπήρξε αποκλειστικώς και μόνο καρπός πολιτικής επιλογής του καθεστώτος Ιωαννίδη, που επεδίωκε σύσφιξη των σχέσεων με το Παρίσι, ως συνέχεια της πολιτικής του προκατόχου καθεστώτος Παπαδοπούλου. Ο ίδιος ο τότε Αρχηγός Αεροπορίας Πτέραρχος (Ι) Αλέξανδρος Παπανικολάου, μου είχε περιγράψει ότι μετά τα πρώτα Phantom, η Πολεμική Αεροπορία είχε θέσει ως στόχο την προμήθεια των Corsair, επιδιώκοντας να έχει ένα μέσο προβολής ισχύος στην Κύπρο. Σε συνάντησή του με τον τότε πρωθυπουργό Ανδρουτσόπουλο, του ανακοινώθηκε ότι η κυβέρνηση θα αγόραζε και 40 Mirage από την Γαλλία. Δεν του ζητήθηκε να εκφέρει γνώμη η ΠΑ, κατ’ ουδένα τρόπο. Δεν υπήρχε καμμία απολύτως επιτελική προετοιμασία, μελέτη ή εισήγηση για το Mirage F.1CG. Αλλά, όπως μου ελέχθη από τον τότε Αρχηγό, δεν είχε κανέναν λόγο να αρνηθεί την ενίσχυση με 40 ακόμη μαχητικά, που προέκυψαν… “από το πουθενά”, επειδή αυτό ήθελε η κυβέρνηση για καθαρά λόγους εξωτερικής πολιτικής.

Μπορεί στο παρελθόν επιτελείς να είχαν εισηγηθεί την διερεύνηση της προμήθειας Mirage, μπορεί να είχαν οργανωθεί αποστολές στην Γαλλία για πτήσεις εθισμού και “αξιολογήσεως”, μπορεί να συντάχθηκαν εισηγήσεις, ποτέ όμως μέχρι τότε η ηγεσία της ΠΑ δεν ενδιαφέρθηκε για κάτι άλλο από το Phantom, το οποίο και παραγγέλθηκε το 1972.

Το ότι επιχειρησιακώς το Mirage F.1CG δεν ενδιέφερε την ΠΑ, φαινόταν από την επιλογή να περιορισθεί ο οπλισμός του σε αμερικανικά βλήματα αέρος – αέρος ΑΙΜ-9 και χωρίς άμεση συνεργασία με το ραντάρ, υποβαθμίζοντας την επιχειρησιακή αξία του αεροσκάφους. Επίσης, τα αεροσκάφη δεν εφοδιάστηκαν με ηλεκτρονικό σύστημα αυτοπροστασίας και φυσικά χρησιμοποιήθηκαν μόνο σε έναν ρόλο, την Αναχαίτιση. Το “βαρίδι” F.1CG, χωρίς ουσιώδη βελτίωση, αποσύρθηκε μετά από μόλις 28 χρόνια επιχειρησιακού βίου, δίχως καμμία προσπάθεια διατηρήσεως της επενδύσεως που είχε γίνει σε αυτό.

Mirage 2000EG/BG

Αντιστοίχως, στην δεκαετία του 1980 και την “αγορά του αιώνα”, η Πολεμική Αεροπορία είχε εισηγηθεί την προμήθεια ενός μόνο τύπου μαχητικού και η προτίμηση στρεφόταν στο F/A-18. Η κυβέρνηση Παπανδρέου, διαβόητη για τον αντιαμερικανισμό της, είχε εξαρχής αποφασίσει να αγοράσει ΚΑΙ γαλλικά αεροσκάφη. Το ανέφερε στην συνέχεια και επισήμως ο ίδιος ο πρωθυπουργός, ότι αναλάμβανε το πολιτικό κόστος της επιλογής. Επειδή η προμήθεια δύο τύπων συνεπαγόταν αυτομάτως αυξημένο συνολικό κόστος, αποκλείσθηκε το πιο ακριβό F/A-18 και μοιραίως επικράτησε ως δεύτερος τύπος από τις ΗΠΑ, το F-16.

Το ότι τα Mirage 2000 θεωρήθηκαν “βαρίδι” ή περίπου “αναγκαίο κακό” από την Πολεμική Αεροπορία, φάνηκε από τις επιλογές να αγοραστούν υποβαθμισμένα, χωρίς βλήματα αέρος – αέρος BVR και με το ραντάρ RDM, αντί του πιο εξελιγμένου (και προφανώς ακριβότερου) RDI. Μάλιστα το δεύτερο ήταν βελτιστοποιημένο για εναέρια μάχη και δεν επιλέχθηκε, παρόλο που τα αεροσκάφη αφιερώθηκαν αποκλειστικώς σε αποστολές Αναχαιτίσεως.

Τα Mirage 2000 αναβαθμίσθηκαν μόνο μετά την κρίση των Ιμίων, “εξ ανάγκης”. Τότε αγοράσθηκαν βλήματα BVR τύπου Super 530 και πύραυλοι αέρος – επιφανείας ΑΜ-39 Exocet Block 2. Τότε μόνο απέκτησαν κάποια ανώτερη  “πολλαπλότητα χρηστικότητος” τα γαλλικά μαχητικά, έναντι των αμερικανικών.

Mirage 2000-5Mk2

Στην δεκαετία του 2000 πλέον, όταν το ΓΕΑ ζήτησε την προμήθεια νέου μαχητικού αεροσκάφους, το Mirage 2000-5 μπορεί να κατατάχθηκε υψηλά στην τελική βαθμολογία αλλά και πάλι δεν επιλέχθηκε. Η ΠΑ εισηγήθηκε την προμήθεια F-15E αλλά η κυβέρνηση, με πολιτική απόφαση αποκλειστικώς, επέλεξε το F-16 Block 52+. H προμήθεια 15 Mirage 2000-5 με ταυτόχρονη αναβάθμιση 10 υφισταμένων Mirage 2000, ακολούθησε και πάλι, αποκλειστικώς και μόνο ως αποτέλεσμα πολιτικής αποφάσεως. Συγκεκριμένα επιβλήθηκε από τον τότε διευθυντή Εξοπλισμών του ΥΠΕΘΑ, ο οποίος αργότερα κατέληξε στην φυλακή. Τα πολιτικά κριτήρια, πυροδοτήθηκαν όπως έλεγε όλο το παρασκήνιο, από κατάλληλες μεθόδους “ενθαρρύνσεως” που εφήρμοσαν οι Γάλλοι, σε πρόσωπα επιρροής.

Φυσικά η Πολεμική Αεροπορία δεν είχε κανέναν λόγο να αρνηθεί. Αλλά αυτή την φορά, καθώς και το πολιτικό προσωπικό ήταν “πρόθυμο”, αγοράσθηκαν επαρκείς πύραυλοι αέρος – αέρος νέας γενιάς αλλά και πύραυλοι μακράς πτήσεως SCALP EG υποστρατηγικής κρούσεως. Εν τούτοις, τα πολύτιμα αεροσκάφη, λίγα χρόνια μετά, όταν ενέσκυψε και η οικονομική κρίση, στην κυριολεξία “παρατήθηκαν” στην τύχη τους. Αποκαλύφθηκε και στον πλέον δύσπιστο, ότι σε περίοδο οικονομικής στενότητος, όταν οι διατιθέμενοι πόροι δεν επαρκούν ούτε για την υποστήριξη του κύριου κορμού της δυνάμεως μαχητικών, είναι απλώς δυσβάστακτη η συντήρηση και των “συμπληρωματικών” αεροσκαφών της δεύτερης πηγής προμήθειας. Ακόμη και σήμερα, δεν έχει υπογραφεί σύμβαση FOS και τα 20 εναπομείναντα “παλαιά” Mirage έχουν περιορισμένη επιχειρησιακή αξία.

Rafale

Κι έτσι, φθάσαμε αισίως στο 2020 και μια νέα πιθανή προμήθεια γαλλικών μαχητικών. Αμφιβάλει κανείς ότι από την πρώτη στιγμή συλλήψεως της ιδέας, πρόκειται για προϊόν πολιτικής επιλογής του πρωθυπουργού; Προ μερικών ετών, ο Α/ΓΕΑ μας εξηγούσε ότι το εκδηλωθέν ενδιαφέρον για την προμήθεια F-35 κι όχι κάποιου άλλου τύπου, προέκυπτε από την απλή πραγματικότητα ότι επρόκειτο για το μοναδικό διαθέσιμο μαχητικό 5ης γενιάς. Το Rafale, ως 4,5 γενιάς μαχητικό, “αυτομάτως” αποκλειόταν για την ηγεσία της ΠΑ. Να όμως που σήμερα, η ΠΑ βρίσκεται εν όψει της προοπτικής ταχείας εντάξεως στην δύναμή της, μιας Μοίρας Rafale.

Επισημαίνεται, ότι είναι πολύ νωρίς ακόμη να μιλήσει κανείς για τελική απόφαση και, πολύ περισσότερο, για οριστική συμφωνία.

 

Related Articles

Back to top button