EODH
ΕΛΛΑΔΑ

Όταν η Ιστορία διδάσκει: ο Πόλεμος του Γιόμ Κιπούρ και η κατάσταση στην Ανατολική Μεσόγειο σήμερα

Γράφει ο Λέων Χοιροσφάκτης

Ο πόλεμος των Έξι Ημερών, το 1967, έληξε με συντριπτική νίκη του Ισραήλ, το οποίο επιτέθηκε προληπτικά εναντίον των όμορων αραβικών κρατών και τα διέλυσε στρατιωτικά όσο και πολιτικά.

Το ίδιο το Ισραήλ απεκόμισε τεράστια εδαφικά, στρατηγικά και διπλωματικά οφέλη από τη νίκη του αυτή, ωστόσο ακούσια έθεσε τις βάσεις για τον επόμενο γύρο της αραβοϊσραηλινής αντιπαράθεσης.

Με δεδομένο πλέον ότι το στρατιωτικό και πολιτικό πεδίο της Μέσης Ανατολής είχε μεταβληθεί προς όφελός του (και μάλιστα μέσα σε έξι μόνον ημέρες), το Ισραήλ επέτρεψε στον εαυτό του να επαναπαυθεί στις δάφνες του και να αμβλύνει τη στρατηγική του σκέψη με στερεότυπα και παρεξηγήσεις σχετικά με τις δυνατότητες και την θέληση των Αράβων αντιπάλων του. Ως αποτέλεσμα αυτού, η πολιτική και στρατιωτική ηγεσία της χώρας, αν και ήταν βέβαιη για την επιθυμία των Αράβων να «πάρουν ρεβάνς», είχε πεισθεί ότι η προσπάθειά τους θα γινόταν, μόνον αφού θα είχαν εξασφαλίσει συντριπτική αεροπορική υπεροπλία έναντι του Ισραήλ. Εξ άλλου, η ήττα τους στον πόλεμο των Έξι Ημερών είχε επέλθει ακριβώς λόγω της υστέρησής τους στον αέρα έναντι του Ισραήλ.

Προς επίρρωσιν της αντίληψης αυτής, η Αίγυπτος και η Συρία είχαν απευθυνθεί στην ΕΣΣΔ για να αγοράσουν MiG 23. Η παράδοσή τους όμως και η επιχειρησιακή ένταξή τους στα οπλοστάσια των δυο χωρών, δεν επέπρωτο να συμβεί πριν το 1975. Ο Αιγύπτιος ηγέτης Ανουάρ Σαντάτ, όμως ήταν αδύνατο να περιμένει μέχρι τότε, διότι η θέση του στην διακυβέρνηση της χώρας αμφισβητούνταν από δελφίνους. Η ΕΣΣΔ λοιπόν, του πρότεινε μιαν εναλλακτική. Να τον βοηθήσει να δημιουργήσει το πιο πυκνό αντιαεροπορικό δίκτυο στον κόσμο, με συνδυασμό συστοιχιών πυραύλων εδάφους-αέρος (SAM 2, 3, 6), με διαφορετικά χαρακτηριστικά ηλεκτρονικής καθοδήγησης ώστε να καθίσταται δύσκολη η αντιμετώπισή τους με ηλεκτρονικά αντίμετρα. Πράγματι, η Αίγυπτος και η Συρία απέκτησαν το πιο πυκνό και πιο σύγχρονο αντιαεροπορικό δίκτυο στον κόσμο, με σκοπό να δημιουργήσουν μιαν αντιαεροπορική ομπρέλλα για τις τεθωρακισμένες δυνάμεις τους, τις οποίες σκόπευαν να εξαπολύσουν ταυτοχρόνως κατά του Ισραήλ.

Από την πλευρά του, το Ισραήλ ήταν βέβαιο ότι η Αίγυπτος προετοιμαζόταν για διάσχιση της Διώρυγας του Σουέζ και βασιζόταν στην έγκαιρη προειδοποίηση για να την αντιμετωπίσει. Υπολόγιζε, όμως, ότι θα προέβαινε σε αυτήν, μόνο όταν αποκτούσε αεροπορική υπεροπλία, ώστε να καταστρέψει τα ισραηλινά αεροδρόμια και να εξουδετερώσει την Iσραηλινή Αεροπορία και αυτό θα συνέβαινε όχι πριν το 1975. Από τη στιγμή που δεν πήραν τα MiG-23, και οι πύραυλοι Scud είχαν φτάσει στην Αίγυπτο από τη Βουλγαρία μόλις στα τέλη Αυγούστου και η εκπαίδευση των αιγυπτιακών επίγειων πληρωμάτων θα έπαιρνε τέσσερις μήνες, η Υπηρεσία Στρατιωτικών Πληροφοριών του Ισραήλ προέβλεψε πως ο πόλεμος με την Αίγυπτο δεν ήταν άμεσος. Αυτή η υπόθεση σχετικώς με τα στρατηγικά σχέδια της Αιγύπτου, γνωστή ως το «concept», προκαταλάμβανε σε μεγάλο βαθμό τη σκέψη της ηγεσίας της και την οδήγησε να απορρίπτει τις πάμπολλες πολεμικές προειδοποιήσεις.

Αντιθέτως, ο Πρόεδρος Σαντάτ και το αιγυπτιακό Γενικό Επιτελείο προέβησαν σε εμβριθή ανάλυση των στρατιωτικών και διπλωματικών τους λαθών, πριν την απόφαση επίθεσης κατά του Ισραήλ. Απέβλεπε πρωτίστως στην επίτευξη ενός πολιτικού, παρά στρατιωτικού σκοπού. Στόχευε να υποχρεώσει το Ισραήλ να επιστρέψει στα σύνορα του 1967, χωρίς να αναγκασθεί καμμία αραβική χώρα να υπογράψει συνθήκη ειρήνης μαζί του.

Προχώρησε λοιπόν, σε συνεννόηση με τον Πρόεδρο Άσαντ της Συρίας, ώστε να εξαπολύσουν συντονισμένη ταυτόχρονη επίθεση κατά του Ισραήλ, η Αίγυπτος διασχίζοντας την Διώρυγα του Σουέζ και η Συρία εισβάλλοντας στα Υψίπεδα του Γκολάν.

Για να το επιτύχουν βασίσθηκαν σε ένα ιδιοφυές σχέδιο στρατιωτικής και διπλωματικής παραπλάνησης.

  1. Οι Αιγύπτιοι ενθάρρυναν τις παρανοήσεις και τα στερεότυπα του ισραηλινού Γενικού Επιτελείου, στοχεύοντας τα εθνικά, θρησκευτικά και ψυχολογικά χαρακτηριστικά του ισραηλινού λαού (Ψυχολογικές επιχειρήσεις).
  2. Ανέλυσαν εξονυχιστικά τις αδυναμίες του Ισραήλ, όπως και τις ασκήσεις που διεξήγαγε στο Σινά.
  3. Απέκτησαν πληροφόρηση από πράκτορές τους στο Ισραήλ για τη Γραμμή Μπαρ Λεβ στη Διώρυγα του Σουέζ, αεροδρόμια, σχέδια επιστράτευσης κ.λπ.
  4. Χρησιμοποίησαν αιγυπτιακά και διεθνή ΜΜΕ για να παραπλανήσουν το Ισραήλ και τη διεθνή κοινότητα. Υπερπροέβαλλαν στα αιγυπτιακά μμε δηλώσεις του Μοσέ Νταγιάν (υπουργού Άμυνας του Ισραήλ) περί έλλειψης ετοιμότητας των αιγυπτιακών Ενόπλων Δυνάμεων και αναλύσεις του Γιτζάκ Ράμπιν (στρατιωτικός σύμβουλος της πρωθυπουργού Γκόλντα Μέιρ και πρέσβυς στην Ουάσιγκτων), που ελαχιστοποιούσαν την πιθανότητα πολέμου. Αυτά, μαζί με κατευθυνόμενα αιγυπτιακά δημοσιεύματα που συνηγορούσαν στις εκτιμήσεις αυτές. Επίσης, εκμεταλλεύθηκαν μιαν ανταπόκριση από το Κάιρο της Clare Hollingworth στη λονδρέζικη Daily Telegraph, που περιέγραφε την άσχημη κατάσταση του υλικού των αιγυπτιακών Ενόπλων Δυνάμεων και την έλλειψη προετοιμασίας τους.
  5. Εξουδετέρωσαν δίκτυα κατασκόπων του Ισραήλ στην Αίγυπτο. Μία από αυτούς ήταν η αρραβωνιαστικιά του διευθυντή του Γραφείου του Αρχηγού του Μηχανικού, η οποία εκτελέστηκε. Και επειδή παντού και πάντα υπάρχει κι ένας Έλληνας μπλεγμένος, ο Θανάσης Ραντόπουλος, βουλευτής στην Αιγυπτιακή Εθνοσυνέλευση και ιδιοκτήτης αγροκτήματος στην Αλεξάνδρεια, συνελήφθη ως πράκτορας του Ισραήλ. Είχε στρατολογηθεί από μέλος της αμερικανικής πρεσβείας στο Κάιρο. Δεν άντεξε το σοκ της σύλληψης, όπως δηλώθηκε στον αιγυπτιακό Τύπο…
  6. Διακριτική αλλά αυστηρή αποτροπή των ξένων ΑΚΑΜ ώστε να μην αποκτήσουν πρόσβαση σε πληροφορίες που θα εξέθεταν το σχέδιο. Ο Ισπανός ΑΚΑΜ που αυθαδίασε είχε ατύχημα και μεταφέρθηκε άμεσα στην Ισπανία.
  7. Είναι χαρακτηριστικό ότι τον Ιούνιο του 1973 ο Σαντάτ εγκατέλειψε την επιθετική ρητορεία του και έκανε λόγο για συνομιλίες στα Ηνωµένα Έθνη που θα έθεταν τέλος στην µέχρι τότε διαµορφωθείσα κατάσταση, εξ αιτίας της επιθετικότητας του Ισραήλ. Μάλιστα, στην οµιλία του για τα τρία χρόνια από το θάνατο του Νάσερ, o Σαντάτ δεν έκανε καμµία αναφορά στο θέµα του πολέµου. Αντιθέτως, από το 1972 έως και το πρώτο µισό του 1973 επαναλάµβανε δηµοσίως την πρόθεσή του να προχωρήσει σε πόλεµο µε το Ισραήλ. Το αποκαλούµενο από τον Σαντάτ «έτος της απόφασης» ερχόταν και περνούσε χωρίς να συµβεί τίποτε. Την Πρωτοµαγιά του 1972 δήλωσε: «Στον επόµενο πόλεµό µας δεν θα µου αρκέσει να ελευθερώσω τη γη [µας]. Η απερισκεψία και η ύβρις εκ µέρους του Ισραήλ αυτά τα 23 χρόνια πρέπει να σταµατήσουν. Και όπως έχω ήδη πει: είµαι πρόθυµος να θυσιάσω ένα εκατοµµύριο ανθρώπους σε αυτή τη µάχη». Η ρητορεία του αυτή, η οποία ποτέ δεν πραγµατοποιούνταν, είχε ως αποτέλεσµα οι απειλές του να χάσουν την αξιοπιστία τους. Ουσιαστικά, επρόκειτο για αυτό που στην θεωρία της παραπλάνησης ονομάζεται «ψεύτικος συναγερµός».
  8. Ανακοινώθηκε σχέδιο απόλυσης 30.000 κληρωτών, ήδη από τον Ιούλιο 1972 και άλλων 20.000 από τις πρόσφατες ασκήσεις στη Διώρυγα, εκ των οποίων όμως δεν απολύθηκαν όλοι.
  9. Ανακοίνωση έναρξης στρατιωτικών αθλητικών αγώνων μέσα στον Οκτώβριο.
  10. Διοργάνωση προσκυνήματος στρατιωτών στη Μέκκα (Οκτώβριος 1973).
  11. Διατήρηση των καθημερινών δραστηριοτήτων των Αιγυπτίων στρατιωτών στη Διώρυγα. Ακόμη και το ίδιο πρωί της διάσχισης, στρατιώτες έκαναν μπάνιο και ψάρευαν στο Κανάλι.
  12. Έλαβαν υπ’ όψιν τους ότι το Ισραήλ διήγε προεκλογική περίοδο και τα πολιτικά πάθη ήταν εξημμένα κυρίως μεταξύ των ανώτατων στρατιωτικών διοικητών Elazar, Gonen, Sharon.
  13. Στις ΗΠΑ μεσουρανούσε το σκάνδαλο Watergate, οπότε η προσοχή των υπηρεσιών πληροφοριών και ασφαλείας ήταν στραμμένη στην πολιτική επιβίωση του Νίξον. Το δίκτυο της παραπλάνησης έφθασε και στην Ουάσινγκτων, όπου Αιγύπτιοι διπλωµάτες εξασφάλισαν ότι τόσο ο τότε Αµερικανός υπουργός Εξωτερικών William Rogers, όσο και ο διάδοχός του Henry Kissinger (από τον Σεπτέμβριο 1973) έπεσαν θύµατα της παραπλάνησής τους, καθώς έδωσαν έµφαση στην ανάγκη της Αιγύπτου να προβεί σε διαπραγµατεύσεις, έτσι ώστε να διασφαλίσει µία ισότιµη και ειρηνική επίλυση. Μάλιστα ο Kissinger αγνόησε τις εκτιµήσεις της υπηρεσίας Intelligence and Research Bureau (INR) του Υπουργείου του η οποία (µε την υποστήριξη της CIA) προέβλεπε σε έγγραφό της του Ιουνίου/Ιουλίου του 1973 ότι θα ξεσπούσε πόλεµος στη Μέση Ανατολή µέχρι το φθινόπωρο του 1973. Ο Kissinger πίστευε ότι γνώριζε καλύτερα από τους εξειδικευµένους αναλυτές του σε θέµατα πληροφοριών και όχι µόνον αγνόησε τις εκτιµήσεις τους, αλλά δεν ειδοποίησε και τους Ισραηλινούς συµµάχους του.
  14. Ο αρχηγός της Αιγυπτιακής Αεροπορίας Hosni Mumbarak, προανήγγειλε επίσημη επίσκεψη στη Λιβύη την 6η Οκτωβρίου.
  15. Προγραμματίσθηκαν επίσημες επισκέψεις στην Αίγυπτο του Ρουμάνου υπουργού Άμυνας (8/10) και της πριγκίπισσας Μαργαρίτας της Βρετανίας (7/10). Η πριγκίπισσα ήταν ήδη στη Ρώμη καθ’ οδόν για το Κάιρο και Αιγύπτιοι αξιωματούχοι είχαν μεταβεί εκεί για να τακτοποιήσουν τις τελικές λεπτομέρειες.
  16. Ακόμη και στις 6/10, ο Sadat απηύθυνε χαιρετισμό προς τους ηγέτες της εβραϊκής κοινότητας της Αιγύπτου για την εορτή του Εξιλεασμού Yom Kippur.
  17. Δημιούργησαν αντιπερισπασμό στο μέτωπο με τη Συρία (αερομαχία, 13 συριακά κατερρίφθησαν), στα μέσα Σεπτεμβρίου (13/9), ώστε να δικαιολογήσουν τη συγκέντρωση συριακών δυνάμεων στο Γκολάν.
  18. Διεξήγαν ασκήσεις στη Διώρυγα με συνεχείς οχλήσεις στην υποστελεχωμένη Γραμμή Bar Lev (μεταξύ 1971-1973, έλαβαν χώρα τέσσερεις μαζικές κινητοποιήσεις αιγυπτιακών στρατευμάτων).
  19. Επετεύχθη απόλυτη μυστικότητα. Οι Αιγύπτιοι αξιωματικοί που έλαβαν μέρος στη διάσχιση έμαθαν για τον πόλεμο λίγες ώρες πριν. Λειτούργησαν µε βάση το “need to know” και µόνον 14 Αιγύπτιοι και Σύριοι αξιωµατικοί το γνώριζαν. Οι διοικητές της Δεύτερης και της Τρίτης Αιγυπτιακής Στρατιάς, έµαθαν ότι η “Tahrir 41” (η επιχείρηση διάσχισης του Σουέζ) ήταν απλά µία κάλυψη για τον πραγµατικό πόλεµο την 1η Οκτωβρίου που άρχισε η άσκηση, µόλις πέντε ηµέρες πριν την έναρξη του πολέµου. Οι διοικητές των µεραρχιών το έµαθαν στις 3 Οκτωβρίου και οι διοικητές των ταξιαρχιών στις 4 Οκτωβρίου. Οι διοικητές ταγµάτων και των λόχων το έµαθαν µόνο στις 5 Οκτωβρίου. Είναι ειρωνικό ότι οι Αιγύπτιοι έθεσαν ως προτεραιότητά τους να παραπλανήσουν τη συντριπτική πλειονότητα των αξιωµατικών τους, προκειµένου να κρατήσουν επτασφράγιστο το µυστικό αυτό. Η επιτυχία τους αυτή είναι αξιοθαύµαστη, εάν αναλογιστεί κανείς την αποτελεσµατικότητα των ισραηλινών υπηρεσιών πληροφοριών. Ένας από τους κύριους λόγους της εντυπωσιακής επιτυχίας της παραπλάνησης, ήταν ότι η Ανώτατη Αιγυπτιακή Διοίκηση την εκτέλεσε έχοντας στραµµένη την προσοχή της τόσο στους Ισραηλινούς, όσο και στο δικό της στράτευµα. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων ηµερών πριν την έναρξη του πολέµου, οι Αιγύπτιοι και οι Σύριοι πολιτικοί και στρατιωτικοί ηγέτες απέφευγαν να επικοινωνούν µέσω τηλεφώνων, ραδιο-τηλεφώνων ή τηλεγραφηµάτων. Το πάθηµα της υποκλοπής που είχαν υποστεί το 1967 από τις Ισραηλινές υπηρεσίες υποκλοπής σηµάτων, τους είχε γίνει µάθηµα. Επίσης, ο Σαντάτ κράτησε στο σκοτάδι ακόµη και ένα µεγάλο κοµµάτι της πολιτικής ηγεσίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην ενηµέρωση του Συµβουλίου Εθνικής Άµυνας στις 30 Σεπτεµβρίου, ο Αιγύπτιος Πρόεδρος δεν ανέφερε ότι θα ξεσπάσει πόλεµος την επόµενη εβδοµάδα. Ακόµη και ο Υπουργός Εξωτερικών του Muhammad Hasan al-Zayat, που βρισκόταν στη Νέα Υόρκη στα πλαίσια της ετήσιας Γενικής Συνέλευσης του Οργανισµού Ηνωµένων Εθνών, δεν γνώριζε τίποτε. Είναι αξιοσηµείωτο, επίσης, ότι οι Σύριοι, έλαβαν πιο υπερβολικά µέτρα στεγανοποίησης (compartmentalisation), αφού οι διοικητές των ταγµάτων τους πληροφορήθηκαν για τον πόλεµο µόλις στις 6 Οκτωβρίου, ώρες πριν την έναρξή του, ενώ έλαβαν εντολές να ενηµερώσουν τους διοικητές των λόχων τους µία ώρα πριν την έναρξή του και τους διοικητές των διµοιριών λίγα λεπτά πριν. Επιπλέον, οι Αιγύπτιοι δεν ενηµέρωσαν τις Αραβικές χώρες για τον επικείµενο πόλεµο. Το µεγάλο δίληµµα που αντιµετώπισαν, όµως, ήταν εάν θα έπρεπε να προειδοποιήσουν τους Σοβιετικούς. Από τη µία πλευρά φαινόταν επιτακτικό επειδή η ΕΣΣΔ βοηθούσε στρατιωτικά και διπλωµατικά την Αίγυπτο και τη Συρία. Από την άλλη πλευρά, εάν η Αίγυπτος ειδοποιούσε την ΕΣΣΔ, κινδύνευε είτε να δεχθεί πιέσεις για να ακυρώσει την επίθεση, είτε η ΕΣΣΔ να ειδοποιήσει τις ΗΠΑ και αυτές µε τη σειρά τους το Ισραήλ. Νωρίς τον Οκτώβριο, ο Σαντάτ και ο Άσαντ ενηµέρωσαν τη Μόσχα ότι σύντοµα θα άρχιζε ο πόλεµος. Την ακριβή ηµεροµηνία και ώρα την παρέδωσαν στο Σοβιετικό πρέσβη στη Δαµασκό την 4η Οκτωβρίου, ενώ ο Σοβιετικός πρέσβυς στο Κάιρο το έµαθε µόνο όταν οι Αιγύπτιοι ύψωσαν τη σηµαία τους στην ανατολική όχθη του Σουέζ. Σύµφωνα µε τον επικεφαλής της KGB στο Κάιρο, η Μόσχα αντιλήφθηκε ότι ο πόλεµος ήταν αναπόφευκτος µόνο δύο ηµέρες πριν την έναρξή του.
  20. Μονάδες σοβιετικού στόλου απέπλευσαν από αιγυπτιακά λιμάνια στη Μεσόγειο (4/10).
  21. Εκκενώθηκαν οι οικογένειες Σοβιετικών συμβούλων από Κάιρο και Δαμασκό.
  22. Οργανώθηκε «τραινοπειρατία» στην Αυστρία (29/9) που λειτούργησε ως αντιπερισπασμός για τις υπηρεσίες ασφαλείας και την κυβέρνηση  του Ισραήλ. Ο Καγκελάριος Bruno Kreisky, έκλεισε το κέντρο μετάβασης Εβραίων μεταναστών που λειτουργούσε έξω από Βιέννη, η Γκόλντα Μέιρ πήγε σε Στρασβούργο και Βιέννη και αμέσως μετά συμμετείχε σε υπουργικό συμβούλιο στο Ισραήλ (3/10), έχοντας αποσπασμένη την προσοχή της από τις ενδείξεις περί επικείμενης επίθεσης στο Σουέζ. Την ευθύνη ανέλαβε η άσημη παλαιστινιακή τρομοκρατική οργάνωση Saika, που αργότερα αποδείχθηκε ότι ελεγχόταν από τον συριακό στρατό.
  23. Μία αξιοσηµείωτη διάσταση στο σχέδιο παραπλάνησης των Αιγυπτίων, ήταν ότι θύµα του έπεσε και η Συρία. Και αυτό λόγω της έλλειψης εµπιστοσύνης µεταξύ του Προέδρου Hafez Assad και του Sadat. Προκειµένου να ενθαρρύνει ο Sadat τους Σύριους να συµµετάσχουν στην αιφνιδιαστική επίθεση εναντίον του Ισραήλ, τους παραπλάνησε ηθεληµένα, προσφέροντάς τους πλαστά πολεµικά σχέδια, σύµφωνα µε τα οποία οι Αιγυπτιακές δυνάµεις θα προέλαυναν στα περάσµατα Gidi και Mitla, περίπου 40 χιλιόµετρα ανατολικά του Σουέζ. Στην πραγµατικότητα η ηγεσία της Αιγύπτου γνώριζε ότι η επίθεση του στρατού της θα σταµατούσε στα 10-15 χιλιόµετρα ανατολικά της Διώρυγας, ώστε να είναι προστατευμένη από την αντιαεροπορική ομπρέλλα των SAM.
  24. Το 1970 οι ΗΠΑ πέρασαν το «σημείο κορύφωσης» στην παραγωγή πετρελαίου τους (peak oil) και αυτό θεωρείται από κάποιους ως ο κύριος λόγος για την πρώτη πετρελαϊκή κρίση. Μετά από αυτό, ο Νίξον ανέθεσε στον James Nixon Akins, πρέσβυ των ΗΠΑ στη Σαουδική Αραβία, τη σύνταξη έκθεσης σχετικά με την πετρελαϊκή παραγωγική δυνατότητα των ΗΠΑ. Τα αποτελέσματα, μολονότι δεν δημοσιεύθηκαν στον Τύπο, ήταν ανησυχητικά: δεν υπήρχε ουδεμία πλεονάζουσα παραγωγική δυνατότητα και η παραγωγή θα μπορούσε μόνο να μειωθεί.

Κατόπιν οι Ηνωμένες Πολιτείες αποσύρθηκαν μονομερώς από τη Συμφωνία του Bretton Woods, αποτραβώντας τις ΗΠΑ από τον κανόνα του χρυσού. Το αποτέλεσμα ήταν η υποτίμηση της αξίας του αμερικανικού δολαρίου, καθώς και άλλων νομισμάτων του κόσμου. Επειδή το πετρέλαιο τιμολογούνταν σε δολάρια, αυτό σήμαινε ότι οι παραγωγοί πετρελαίου λάμβαναν λιγότερο πραγματικό εισόδημα για την ίδια τιμή. Το καρτέλ του ΟΠΕΚ εξέδωσε ένα κοινό ανακοινωθέν με το οποίο δήλωνε ότι, από τότε και στο εξής, θα τιμολογούσε το βαρέλι πετρελαίου έναντι χρυσού.

Αυτό οδήγησε στο φαινόμενο που έμεινε γνωστό ως «Σοκ του Πετρελαίου» («Shock Oil»), το οποίο ο Πόλεμος του Γιομ Κιπούρ επιδείνωσε, διότι χρησιμοποιήθηκε ως δικαιολογία από τις πετρελαιοπαραγωγές αραβικές για να «τιμωρήσουν» την Δύση και ειδικά τις ΗΠΑ για την υποστήριξή τους στο Ισραήλ (Επιχείρηση Nickel Grass). Έτσι δημιουργήθηκε η ονομαζόμενη «πετρελαϊκή κρίση του 1973».

Ας συγκρίνουμε τα γεγονότα εκείνης της περιόδου με όσα συμβαίνουν στην Ανατολική Μεσόγειο σήμερα.

Η Τουρκία εκβιάζει τις ΗΠΑ (S 400, Su 35, ομηρείες Αμερικανών, βάση Ιντσιρλίκ κ.λπ.) και την ΕΕ (μεταναστευτικό, εμπορικές συμφωνίες, επενδύσεις κ.λπ.).

Διεξάγει έναν πόλεμο φθοράς (όπως και η Αίγυπτος στο Σουέζ το 1970-1973) συντηρώντας συνεχή ένταση στο Αιγαίο (παραβάσεις, παραβιάσεις, NAVTEX, προκλητικές έρευνες και όχι μόνο).

Η Τουρκία συνομολογεί στρατιωτική συμφωνία με Αλβανία (πιθανότερη είναι η διεξαγωγή ανορθόδοξων επιχειρήσεων από Βορρά και όχι συμβατικών στρατιωτικών, αν και μια απλή κινητοποίηση αρκεί για να προκαλέσει δέσμευση ελληνικών δυνάμεων).

Όπως ο Sadat είχε ξεκινήσει διαπραγματεύσεις με τις ΗΠΑ για σύσφιξη διπλωματικών, οικονομικών και στρατιωτικών σχέσεων και αποκατέστησε διπλωματικές σχέσεις με Βρετανία, Γαλλία (εναντίον των οποίων η Αίγυπτος είχε πολεμήσει στην Κρίση του Σουέζ), έτσι και η Τουρκία του Ερντογάν: προχώρησε σε μια «παρά φύσιν» σύσφιξη σχέσεων με Ρωσία, σε όλα τα επίπεδα (ακόμη και σε πυρηνικό –η επίσκεψη Τσαβούσογλου στον Νίγηρα, τη χώρα με τεράστια κοιτάσματα ουρανίου έτσι μπορεί να εξηγηθεί).

‘Όπως ο Sadat εκκμεταλλεύθηκε την PLO και ο Assad την Saika, έτσι και η Τουρκία αξιοποιεί τους τζιχαντιστές και τους αντιεξουσιαστές.

Ακολουθώντας το παράδειγμα του Sadat που ενθάρρυνε τις παρανοήσεις και τα στερεότυπα των Ισραηλινών εφαρμόζοντας Ψυχολογικές Επιχειρήσεις, έτσι και ο Ερντοάν υποδαυλίζει ιστορικά, πολιτιστικά, θρησκευτικά κ.λπ. απωθημένα της Ελλάδας (μικρασιατική εκστρατεία, Αγ. Σοφία, υποδούλωση Ελλήνων στην Οθωμανική αυτοκρατορία, κοινωνική αδυναμία να αντεπεξέλθει σε πόλεμο κ.λπ.).

Παρόμοια με την Αίγυπτο, η Τουρκία αναλύει διεξοδικά τις αντιδράσεις της Ελλάδας (Έβρος, Καστελλόριζο, Κύπρος κ.λπ.).

Είδαμε ότι ο Sadat χρησιμοποίησε αιγυπτιακά και διεθνή ΜΜΕ για να παραπλανήσουν το Ισραήλ και την διεθνή κοινότητα και προέβαινε σε δράσεις Δημόσιας Διπλωματίας ακόμη και την προηγούμενη της επίθεσης (επίσημες επισκέψεις, αναγγελίες διπλωματικών πρωτοβουλιών, εορταστικά μηνύματα στην εβραϊκή κοινότητα Αιγύπτου κ.λπ.).

Έτσι και η Τουρκία χρησιμοποιεί τουρκικά, ελληνικά και διεθνή ΜΜΕ, ΜΚΔ, το διαδίκτυο, εξειδικευμένους ιστότοπους, αργυρώνητους διαμορφωτές κοινής γνώμης, ομάδες επιρροής (lobbies) διεθνείς οργανισμούς, ΜΚΟ, ανακοινώσεις κ.λπ. για παραπλάνηση και πολιτιστική, οικονομική και θρησκευτική διπλωματία για να επιτύχει επιρροή.

Η ομοιότητα των επιθετικών δηλώσεων του Sadat χρόνια προ της εισβολής, με τις αντίστοιχου ύφους δηλώσεις Τούρκων αξιωματούχων, του Ερντογάν προεξάρχοντος, είναι συγκλονιστικές. Ας μην υποτιμούμε το ότι και οι δύο, αποσκοπούν στην επίτευξη πολιτικού σκοπού και όχι στρατιωτικού.

Η Αίγυπτος εκμεταλλεύθηκε την περίσπαση της ισραηλινής στρατιωτικής και πολιτικής ηγεσίας από τις επικείμενες εκλογές. Η οικονομική κρίση που διέρχεται η Ελλάδα και η κοινωνική και πολιτική της δοκιμασία εξ αιτίας του κορωνοϊού, καταναλώνει τεράστιο πολιτικό δυναμικό σε μια περίοδο κατά την οποίαν διακυβεύονται πολύ πιο σημαντικά από τα αν τα βλαστάρια των νεοελλήνων θα φορούν μάσκες στα σχολεία, οψέποτε αυτά ανοίξουν.

Η παραπλάνηση των Αράβων επέτυχε εν πολλοίς λόγω της αβελτηρίας των HΠΑ που ήταν απασχολημένες με εσωτερικές πολιτικές φουρτούνες. Κάτι που θυμίζει την τρέχουσα κατάσταση στις ΗΠΑ, με τις εκλογές να επίκεινται και τις φυλετικές ταραχές να διαρρηγνύουν όχι μόνον τον κοινωνικό ιστό αλλά και την ικανότητα της κυβέρνησης να αποτιμήσει αντικειμενικά την κατάσταση στην Ανατολική Μεσόγειο και να πράξει αναλόγως.

Η δε ενεργειακή κρίση που ενέσκηψε προσφάτως απομειώνοντας την αξία ευρέσεως φυσικού αερίου και  αφαίρεσε από τους «νομοταγείς» παίκτες στην περιοχή το όπλο των ενεργειακών κοιτασμάτων, έχει τρομερές ομοιότητες με την κατάρρευση του πετρελαϊκού συστήματος στην δεκαετία του 1970.

Η Τουρκία, όπως και η Αίγυπτος προ της εισβολής της στο Σινά, επιδίδεται σε αυτό που σήμερα ονομάζουμε «Law warfare». Δηλαδή την διαστρεβλωμένη ερμηνεία του Διεθνούς Δικαίου, ώστε να προωθεί τον συγκεκριμένο εθνικό σκοπό της. Τα παραδείγματα (αναθεώρηση της Συνθήκης της Λωζάννης, αποστρατιωτικοποίηση νήσων, 10 ν.μ., απωθήσεις μεταναστών κ.λπ.) είναι εμφανή ακόμη και σε έναν λόγιο του 9ου αιώνα που παρασιτεί δίπλα σε μαικήνες του πνεύματος για να προσπορισθεί τα προς το ζην.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στο ΓΕΕΘΑ, στο ΥΠΕΞ και, γιατί όχι, στο στενό πρωθυπουργικό περιβάλλον, οι ειδικοί έχουν ήδη εντοπίσει τις ανησυχητικές ομοιότητες των παραπάνω και έχουν καταστρώσει τα σενάριά τους. Εξ άλλου, υπάρχει και η Σχολή Εθνικής Αμύνης, της οποίας λόγος ύπαρξης είναι η μελέτη και η προς αξιοποίηση στο μέλλον τέτοιων συμβάντων.

 

 

 

 

Tags

Related Articles

Back to top button
Close