EODH
ΕΛΛΑΔΑ

Η σημασία της Ανάλυσης στη Στρατηγική Σκέψη

Γράφει ο Λέων Χοιροσφάκτης

Τέτοιες μέρες τον Οκτώβριο του 1973, η Αίγυπτος και η Συρία, εφαρμόζοντας ένα ιδιοφυές σχέδιο παραπλάνησης, επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά στο Ισραήλ. Παρ’ όλο που οι υπηρεσίες πληροφοριών του είχαν πολλές ενδείξεις ότι η επίθεση επίκειτο, η ηγεσία επέλεξε να τις υποβαθμίσει και να επαναπαυθεί στις δάφνες της μεγαλειώδους νίκης στον Πόλεμο των Έξι Ημερών, το 1967. Το αποτέλεσμα ήταν να σωθεί το Ισραήλ την τελευταία κυριολεκτικά στιγμή, και αυτό μόνο μετά από τη γενναιόδωρη βοήθεια των ΗΠΑ και με τεράστιο κόστος σε ανθρώπινες ζωές και απώλειες υλικού.

Αμέσως μετά τον Πόλεμο του Γιομ Κιπούρ και ακόμη και σήμερα, η επικρατούσα άποψη είναι ότι η παρ’ ολίγον καταστροφή οφείλετο στην αποτυχία της αξιοποίησης των πληροφοριών. Η άμεση ανάλυση των καταστάσεων, η διάγνωση του προβλήματος και η δρακόντεια απόδοση ευθυνών, δημιούργησε την αίσθηση ότι το μήνυμα ελήφθη, οι αρμόδιοι έμαθαν από το πάθημα και έλαβαν τα κατάλληλα μέτρα για να μην επαναληφθεί.

Είναι όμως όντως έτσι τα πράγματα;

Η επίρριψη της ευθύνης αποκλειστικά στην αποτυχία των υπηρεσιών ασφαλείας, είναι απλώς η εύκολη λύση. Χρησίμευσε για να καλυφθούν οι πολυάριθμες αδυναμίες που χαρακτήρισαν τη συνολική ετοιμότητα του IDF για να αντεπεξέλθει σε έναν πόλεμο, αλλά κυρίως για να αποσιωπηθεί η συστημικά λανθασμένη θεώρηση των πολιτικών περιορισμών και των μεταβολών που είχαν επισυμβεί στον τρόπο πολέμου.

Σε ό,τι αφορά τις πρώτες, το Γενικό Επιτελείο του IDF παλινδρομούσε ανάμεσα στην εγγενή του παρόρμηση για προληπτικό χτύπημα (ως διέξοδο για τον Πόλεμο της Φθοράς που υφίστατο το Ισραήλ) και στην πολιτική πραγματικότητα που καθιστούσε ανέφικτο ένα τέτοιο χτύπημα. Έτσι, η αναποφασιστικότητα κατέληξε σε σοβαρά λάθη, τόσο στα επιχειρησιακά σχέδια, όσο και στην διάταξη των δυνάμεων. Ως συνέπεια, τόσο η αεροπορία, όσο και ο στρατός ξηράς, είχαν τελείως λανθασμένη, αμυντική διάταξη και προσανατολισμό στην αρχή των εχθροπραξιών.

Συνεπώς, ακόμη και αν οι προειδοποιήσεις των υπηρεσιών πληροφοριών είχαν αξιολογηθεί σωστά και η κινητοποίηση των ισραηλινών δυνάμεων είχε λάβει χώρα δύο ή τρεις ημέρες νωρίτερα, οι πρώτες ημέρες του πολέμου θα είχαν το ίδιο, αρνητικό για το Ισραήλ αποτέλεσμα.

Ο αντίλογος υποστηρίζει ότι στο Συριακό μέτωπο η έγκαιρη προειδοποίηση θα είχε διαφορετικό αποτέλεσμα και ίσως να υπάρχει λογική σε αυτό. Στο μέτωπο με την Αίγυπτο όμως, σαφώς κάτι τέτοιο δεν ισχύει, λόγω της επαναστατικής στρατηγικής προσέγγισης του πολέμου και του ρόλου της επίθεσης, που υιοθέτησε ο Πρόεδρος Σαντάτ.

Η επίθεση των Αιγυπτίων, με μάζες πεζικού εφοδιασμένων με αντιαρματικούς πυραύλους και πολυάριθμα RPG, σε συνδυασμό με την έλλειψη κάλυψης από το ισραηλινό πυροβολικό, ουσιαστικά αχρήστευσε τα ισραηλινά  τεθωρακισμένα αφού τους στέρησε τη συντριπτική ορμή της επέλασης. Το επιχειρησιακό δόγμα και οι τακτικές μέθοδοι της αεροπορίας και του στρατού ξηράς αποδείχθηκαν ανεπαρκείς να αντιμετωπίσουν τις πρωτοπόρες και καινοφανείς κινήσεις του Αιγυπτιακού στρατού. Η αντιαεροπορική ομπρέλα της Αιγύπτου, αποτελούμενη από τελευταίας τεχνολογίας σοβιετικά συστήματα στέρησε από την ισραηλινή αεροπορία την υπεροχή και την επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα. Η ηγεσία του IDF καταρρακώθηκε και προχώρησε σε σπασμωδικές κινήσεις, όπως η αντεπίθεση στις 8 και 9 Οκτωβρίου, που κατέληξε σε αιματηρή αποτυχία, με τεράστιες επιπτώσεις και στο ηθικό.

Σύμφωνα με μια νέα μελέτη της Διεύθυνσης Ιστορίας του Ισραηλινού Γενικού Επιτελείου, τεράστιες ευθύνες φέρει και ο αρχηγός της Αεροπορίας, πτέραρχος Μότι Χοντ. Έχοντας επαναπαυθεί στις δάφνες που έδρεψε ως πρωτεργάτης της δεξιοτεχνικής διεξαγωγής του αεροπορικού αιφνιδιασμού στον Πόλεμο των Έξι Ημερών, δεν μπόρεσε να αντιληφθεί τις αλλαγές που είχαν λάβει χώρα στην Αίγυπτο. Δεν αξιολόγησε σωστά ότι το πυκνότατο δίκτυο αντιαεροπορικών πυραυλικών συστημάτων στην Διώρυγα του Σουέζ, υποχρέωνε σε αναθεώρηση των αυξημένων προσδοκιών για εύκολη απώθηση μιας αιγυπτιακής επίθεσης.

Ένας άλλος παράγοντας που συνετέλεσε στον αιφνιδιασμό του Ισραήλ, ήταν η υπερβολική εξάρτηση από την έννοια της «αποτροπής», κάτι που σύμφωνα με ορισμένους εξακολουθεί να στοιχειώνει τη στρατηγική σκέψη του Ισραήλ.

Στην πραγματικότητα, ήταν ακριβώς η παραδοχή από τον Σαντάτ της ισχύος της ισραηλινής αποτροπής, που τον ώθησε σε ένα διαφορετικό μοντέλο πολέμου. Έχοντας σαφή επίγνωση της κατωτερότητας του Αιγυπτιακού στρατού έναντι της αεροπορίας και των τεθωρακισμένων του IDF, προσάρμοσε με πολύ δημιουργικό τρόπο τη στρατηγική του, πάνω στη βάση ακριβώς των μειονεκτημάτων των δικών του δυνάμεων. Αυτό ακριβώς ήταν και το σημείο καμπής της στρατηγικής του: Η συνειδητοποίηση ότι η ανάκτηση του Σινά με μία μετωπική επίθεση ήταν πέραν των δυνατοτήτων του και, αντιθέτως, έπρεπε να θέσει έναν πιο μετριοπαθή στόχο, που θα ήταν εντός των δυνατοτήτων των Αιγυπτιακών Ενόπλων Δυνάμεων. Ο στόχος αυτός ήταν διπλός: Πρώτον, να υπονομεύσει το ισραηλινό δόγμα ασφάλειας, με το να προκαλέσει ένα τέτοιο momentum που θα δημιουργούσε μια νέα πραγματικότητα επί του πεδίου. Δεύτερον, το να χρησιμοποιήσει αυτήν την πραγματικότητα για να επιτύχει έναν πολιτικό σκοπό, που ήταν να σύρει το Ισραήλ σε διάλογο και διαπραγματεύσεις για την απόδοση του Σινά.

Η αποτυχία της ηγεσίας του IDF να αναγνωρίσει αυτήν την δομική αλλαγή στη στρατηγική σκέψη του Αιγύπτιου Προέδρου, την καθιστά εξ ίσου υπόλογη με τις υπηρεσίες ασφαλείας για την καταστροφική αρχή του πολέμου.

Η έγκαιρη προειδοποίηση για έναν επερχόμενο πόλεμο δεν είναι επαρκής αν περιορίζεται απλώς στην εύρεση μιας κρίσιμης πληροφορίας για το αν και πότε θα ξεσπάσει ένας πόλεμος. Εξ ίσου σημαντική είναι και η κατανόηση της στρατηγικής λογικής του πολέμου, όπως και των πιθανών μεθόδων και επιπέδων του και η ανάλογη προετοιμασία. Για να επιτευχθεί αυτό, είναι απαραίτητη η μελέτη και η ανάλυση, δηλώσεων, πράξεων, γεγονότων ή η αξιολόγηση της απουσίας αυτών, όπως και η ψυχολογική χαρτογράφηση πολιτικών, στρατιωτικών, ακαδημαϊκών κ.λπ. προσωπικοτήτων του αντιπάλου. Στην περίπτωση του Πολέμου του Γιομ Κιπούρ, η στρατιωτική και η πολιτική ηγεσία του Ισραήλ απέτυχαν σε αυτά.

Μήπως θα έπρεπε να μελετήσουμε την περίπτωση αυτήν και να αναρωτηθούμε εάν στην Ελλάδα διαθέτουμε το θεσμικό, διανοητικό και θεωρητικό επίπεδο για να προκαταλάβουμε ανεπανόρθωτες καταστροφές;

Tags

Related Articles

Back to top button
Close