EODH
ΕΛΛΑΔΑ

ΑΟΖ: Επίκαιρα διδάγματα από την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας και Άρτας

Από Σάββας Δ. Βλάσσης

Η διαδικασία της κριτικής, στην συμφωνία της 6ης Αυγούστου μεταξύ Ελλάδος και Αιγύπτου για μερική οριοθέτηση της ΑΟΖ, μόλις έχει ξεκινήσει και οι γνώμες, σε μεγάλο βαθμό, διίστανται. Ο ΔΟΥΡΕΙΟΣ ΙΠΠΟΣ, ως συμβολή στον εθνικό προβληματισμό και μακριά από λαϊκισμούς, συνεισφέρει με ένα ιστορικό παράδειγμα για μια άλλη συμφωνία χαράξεως συνόρων της χώρας, της οποίας η μελέτη είναι ενδεχομένως διδακτική, συνεπώς μπορεί να οδηγήσει σε παραγωγικό προβληματισμό και αξιολόγηση για την υπόθεση και της πρόσφατης συμφωνίας με την Αίγυπτο.

Την άνοιξη του 1877 εξερράγη Ρωσοτουρκικός πόλεμος, ο οποίος είχε ως αποτέλεσμα τον Ιανουάριο του 1878 τα ρωσικά στρατεύματα να φθάσουν έξω από την Αδριανούπολη. Η ελληνική κυβέρνηση υπό τον Αλέξανδρο Κουμουνδούρο, πιεζόμενη και από την κοινή γνώμη, αποφάσισε να κινηθεί στρατιωτικά, ενθαρρυμένη και από την Ρωσία για συμμετοχή στον πόλεμο. Στις 21 Ιανουαρίου/2 Φεβρουαρίου 1878 ανακοίνωσε την εισβολή στην Θεσσαλία χωρίς να έχει κηρύξει επίσημα πόλεμο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η εισβολή αποφασίσθηκε, δίχως να γνωρίζει η ελληνική κυβέρνηση ότι μερικές ημέρες πριν είχε συναφθεί ανακωχή μεταξύ Ρωσικής και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η Ελλάδα απέσυρε τα στρατεύματά της, λαμβάνοντας μια γενική υπόσχεση ότι τα αιτήματά της θα τεθούν στην διάσκεψη που θα πραγματοποιείτο.

Στις διαπραγματεύσεις που ακολούθησαν, η Ρωσία αγνόησε τα ελληνικά συμφέροντα με την δικαιολογία ότι η Ελλάδα δεν είχε συμπράξει και έγειρε όλο το βάρος της υπέρ της Βουλγαρίας. Στην Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου που υπεγράφη τον Φεβρουάριο του 1878, προβλέφθηκε η παραχώρηση μιας τεράστιας έκτασης της Μακεδονίας και Θράκης στην Βουλγαρία ενώ επωφελούμενες ήταν και οι Σερβία, Μαυροβούνιο, Ρουμανία.

Ευτυχώς για την Ελλάδα, η υπερβολική επέκταση της Βουλγαρίας θεωρήθηκε από τις Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής, ότι ανέτρεπε τις ισορροπίες δυνάμεων. Ως εκ τούτου, τον Ιούνιο του 1878 συγκλήθηκε νέα διάσκεψη στο Βερολίνο. Παρά τις αντιρρήσεις της Ρωσίας, η Ελλάδα κλήθηκε να συμμετάσχει, οπότε η ελληνική αντιπροσωπεία είχε την ευκαιρία να εκθέσει απλώς τις απόψεις της στην μία και μοναδική συνεδρία που αφορούσε την Ήπειρο, Θεσσαλία, Κρήτη. Εν συνεχεία, η ελληνική αντιπροσωπεία αποχώρησε.

Στις 23 Ιουνίου/5 Ιουλίου, συμφωνήθηκε η Ελλάδα και η Οθωμανική Αυτοκρατορία να διαρρυθμίσουν τα σύνορά τους σε Ήπειρο και Θεσσαλία και οι Μεγάλες Δυνάμεις πρότειναν ενδεικτικλως μια γραμμή από την κοιλάδα του Σαλαμβρία ως τις εκβολές του Αιγαίου και την κοιλάδα του Μάλαμα, στην πλευρά του Αιγαίου. Η συμφωνία όμως αυτή δεν προέβλεπε τον τρόπο επιβολής των αποφάσεων, παρά μόνο διμερή διαπραγμάτευση μεταξύ των ενδιαφερομένων.

Η ελληνική πλευρά προσδιόρισε τις διεκδικούμενες εκτάσεις περιλαμβάνοντας ολόκληρη την Θεσσαλία και το μεγαλύτερο μέρος της Ηπείρου με τις πόλεις Άρτα, Πρέβεζα, Μέτσοβο, Ιωάννινα και την επαρχία Δελβίνου. Η στρατιωτική όμως αδυναμία της χώρας δεν έδιδε πολλές ελπίδες για την επιτυχή έκβαση των διαπραγματεύσεων, οι οποίες κατέληξαν σε ένα ατέρμονο ανατολίτικο παζάρι από την πλευρά των Οθωμανών. Οι διαπραγματεύσεις άρχισαν μόνο τον Φεβρουάριο του 1878 με την τουρκική πλευρά να προτείνει την παραχώρηση του 1/3 της Θεσσαλίας, ενώ ως προς την Ήπειρο επικαλέσθηκε τις αλβανικές διεκδικήσεις επί της περιοχής. Το αποτέλεσμα ήταν άγονο και οι Μεγάλες Δυνάμεις κάλεσαν τις δύο πλευρές σε νέες συζητήσεις τον Ιούνιο του 1880 στο Βερολίνο, οπότε προτάθηκε η παραχώρηση στην Ελλάδα της γραμμής από τις εκβολές του Καλαμά ποταμού, ώστε να περιλαμβάνονται οι Πρέβεζα, Άρτα, Ιωάννινα, Μέτσοβο και ολόκληρη η Θεσσαλία ως τον Όλυμπο. Και πάλι όμως δεν υπήρξε αποτέλεσμα.

Εν τω μεταξύ, οι κάποιες ευνοϊκές διπλωματικές συνθήκες που ευνοούσαν την Ελλάδα ανετράπησαν, μετά από κυβερνητική αλλαγή στην Γαλλία, η οποία ήταν και ο κύριος υποστηρικτής των ελληνικών θέσεων. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία πρότεινε την σύγκληση νέας διάσκεψης στην Κωνσταντινούπολη τον Φεβρουάριο του 1881. Η οθωμανική πλευρά πρότεινε μια γραμμή, παραχωρώντας ουσιαστικά το μεγαλύτερο μέρος της Θεσσαλίας (εκτός της Ελασσόνας) αλλά όχι και την Ήπειρο (εκτός της Άρτας). Έπειτα από τόσο μακρές τριετείς διαπραγματεύσεις, οι Μεγάλες Δυνάμεις είχαν αρχίσει να χάνουν το ενδιαφέρον τους για την υπόθεση και δεν επιθυμούσαν παράταση της εκκρεμότητας. Θεώρησαν τότε, ότι ήταν πλέον ευκολότερο να πεισθεί η στρατιωτικώς αδύναμη Ελλάδα, αποδέχθηκαν την πρόταση των οθωμανών και προειδοποίησαν τον πρωθυπουργό Κουμουνδούρο, ότι σε αντίθετη περίπτωση η Ελλάδα θα αντιμετώπιζε μόνη της σε πόλεμο, την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Στην Ελλάδα, η κοινή γνώμη εξεγέρθηκε με τα νέα. Τόσο αυτή, όσο και η αντιπολίτευση αλλά ακόμη και οι οπαδοί του Κουμουνδούρου δήλωναν πρόθυμοι να προσφύγουν στα όπλα. Ωστόσο, ο Έλληνας πρωθυπουργός αμφιταλαντευόταν, διότι γνώριζε ότι η ελληνική στρατιωτική ισχύς δεν ήταν η αρμόζουσα. Δεκαέξι τάγματα πεζικού, τέσσερα τάγματα ευζώνων, ελάχιστο ιππικό, ένα σύνταγμα πυροβολικού και δύο τάγματα σκαπανέων, ήταν η παρατακτή δύναμη του Ελληνικού Στρατού. Φυσικά, ο Κουμουνδούρος αντιλαμβανόταν ότι η χώρα θα είχε να αντιμετωπίσει και την αντίθεση των Μεγάλων Δυνάμεων. Συνεπώς, γνωρίζοντας ότι υπέγραφε την προσωπική πολιτική του “θανατική καταδίκη”, αποδέχθηκε την προταθείσα παραχώρηση εδαφών υπέρ της Ελλάδος.

Ο Αλέξανδρος Κουμουνδούρος, δεν ήταν κάποιος άπειρος πολιτικός. Από το 1865, είχε διατελέσει 10 φορές πρωθυπουργός! Όπως ήταν αναμενόμενο, για την συμφωνία αυτή δέχθηκε ένα τεράστιο κύμα κατακραυγής για την “ενδοτικότητά” του. Ο δε μετριοπαθής πολιτικός του αντίπαλος Χαρίλαος Τρικούπης, δεν δίστασε να δηλώνει με έμφαση, ότι «Για να υπάρξει ο Ελληνισμός πρέπει να μάθει να πολεμάει», την στιγμή που και αυτός γνώριζε την άθλια κατάσταση των ουσιαστικά ανύπαρκτων Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων.

Η συμφωνία μεταξύ Ελλάδος και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας υπεγράφη στις 20 Ιουνίου/2 Ιουλίου 1881, οπότε η ελληνική επικράτεια αυξήθηκε κατά 13.385 τ. χλμ. και ο πληθυσμός κατά 283.993 κατοίκους (266.688 χριστιανοί). Οι κυβερνήσεις αντιλήφθηκαν ότι πρέπει να ενισχύσουν τον Ελληνικό Στρατό κι άρχισαν να λαμβάνουν μέτρα. Ο «προδότης» Κουμουνδούρος έχασε φυσικά στις επόμενες εκλογές.

Ωστόσο, θα έπρεπε να αναρωτηθεί κάποιος τι θα συνέβαινε, αν τον Οκτώβριο του 1912, ο αναγεννηθείς και αναδιοργανωμένος Ελληνικός Στρατός, δεν εξορμούσε από την Μελούνα (Κάτω Όλυμπος), αλλά από την Λαμία που απείχε περί τα 100 χλμ. σε ευθεία. Θα προλάβαινε ο Ελληνικός Στρατός να εισέλθει πρώτος στην Θεσσαλονίκη; Θα απελευθερωνόταν η Ανατολική Μακεδονία;

  • Στοιχεία από το βιβλίο της Λένας Διβάνη, Η εδαφική ολοκλήρωση της Ελλάδας (1830-1947), Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα, 2000.
Tags

Related Articles

Back to top button
Close