Είναι πραγματικά τόσο απαραίτητο το πρόγραμμα VICTA για την ΔΕΠ;

Από Σάββας Δ. Βλάσσης
Με προχθεσινό σύντομο βίντεο, ο Βουλευτής Α’ Αθηνών, καθηγητής Διεθνούς Δικαίου & Εξωτερικής Πολιτικής Άγγελος Συρίγος, ανέδειξε την απόφαση προμήθειας νέων υποβρυχίων οχημάτων Ειδικών Επιχειρήσεων, εμφανιζόμενος εμπρός από ένα Υποβρύχιο Όχημα (ΥΠΟΧ) που εκτίθεται σήμερα στο Πολεμικό Μουσείο. Ο κ. βουλευτής τονίζει ότι «για 24 χρόνια οι Ειδικές Δυνάμεις δεν είχαν υποβρύχιο όχημα! Τώρα αποκτούν 10 νέα υποβρύχια». Πρόκειται για το ουσιαστικό μήνυμα προς το κοινό: ότι η κυβέρνηση εξοπλίζει την χώρα.
Αυτό είναι απολύτως θεμιτό αλλά η περίπτωση είναι μια από τις πλέον ιδιαίτερες προς εξέταση.
Τα 4 ΥΠΟΧ τύπου CE2F/X60 της ιταλικής Cos.Mo.S. που παραγγέλθηκαν το 1977 για την ΜΥΚ, ήταν από τα πιο εξεζητημένα μέσα που είχαν οι Ειδικές Δυνάμεις. Καθόλου τυχαίως, χρησιμοποιήθηκαν ελάχιστα, αποτελώντας σύντομα “βάρος” και 20 χρόνια μετά, τα μισά είχαν αποσυρθεί.
Το νέο σκάφος VICTA της βρετανικής SubSea Craft, δεν έχει φυσικά καμμία σχέση. Είναι πολύ πιο εξελιγμένο, ενσωματώνει τεχνολογίες αιχμής και οι επιδόσεις του είναι πολύ αξιόλογες. Ανεξαρτήτως όλων αυτών όμως, στην πραγματικότητα η προμήθεια ΥΠΟΧ για τις διακλαδικές ανάγκες της ΔΕΠ, ποτέ δεν απετέλεσε προτεραιότητα. Το VICTA είναι η τυπική περίπτωση προγράμματος που επιβλήθηκε “από επάνω προς τα κάτω”, δηλαδή από τους πολιτικούς, αντί για το αντίθετο.
Ήδη από την επίσκεψη του ΥΕΘΑ Νίκου Παναγιωτόπουλου στο Ηνωμένο Βασίλειο τον Φεβρουάριο του 2023, οι Βρετανοί του παρουσίασαν το VICTA, ως μια προμήθεια πολύ μεγαλύτερης σημασίας, για την σύσφιξη των διμερών σχέσεων. Δύο έτη μετά, στις 15 Ιανουαρίου 2025, υπεγράφη MoU της SubSea Craft με τα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά με ουσιαστικό περιεχόμενο την μελλοντική κατασκευή του VICTA εφόσον γίνει προμήθεια για τις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις. Επρόκειτο για την πρώτη συμφωνία του νέου διευθύνοντος συμβούλου της ελληνικής εταιρείας Μιλτιάδη Βαρβιτσιώτη, ο οποίος είχε αναλάβει τα καθήκοντά του μερικούς μήνες πριν, τον Μάιο του 2024. Την εποχή υπογραφής του MoU, καταρτιζόταν ο Μακροπρόθεσμος Προγραμματισμός Αμυντικών Εξοπλισμών (ΜΠΑΕ) 2025-2036.
Στις 23 Ιουλίου 2026, σε συνεδρίαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας (ΚΥΣΕΑ) εγκρίθηκε μεταξύ άλλων και το πρόγραμμα προμήθειας 10 ΥΠΟΧ VICTA, εκ των οποίων όπως είπε ο ΥΕΘΑ Νίκος Δένδιας, τα 2 θα παραχθούν από τον κατασκευαστή και τα υπόλοιπα 8 στα ελληνικά ναυπηγεία.
Όπως είναι σε θέση να γνωρίζει ο ΔΟΥΡΕΙΟΣ ΙΠΠΟΣ, λόγω της ισχυρής πολιτικής υποστηρίξεως για το πρόγραμμα, επιτροπή αξιωματικών είχε σταλεί για να εξετάσει το VICTA, η οποία το έκρινε κατάλληλο για την κάλυψη επιχειρησιακών απαιτήσεων. Η αρχική εισήγηση ήταν να γίνει προμήθεια για 4 προς αξιοποίηση από την ΔΥΚ αλλά σε δεύτερο χρόνο προστέθηκαν άλλα 6, για να διατεθούν από ένα σε κάθε μονάδα Αμφιβίων Καταδρομών στα νησιά.
Το πρωτότυπο στο VICTA, είναι ότι συνδυάζει την ικανότητα πλεύσεως στην επιφάνεια με υψηλές ταχύτητες και την μετάπτωσή του σε υποβρύχια πλεύση με διμελές πλήρωμα, για αφανή διείσδυση ομάδος 6 ανδρών Ειδικών Επιχειρήσεων. Εν τούτοις, το VICTA, δεν έχει προσελκύσει το ενδιαφέρον κανενός άλλου εκ των πολύ πιο εξελιγμένων και συχνότερα εμπλεκομένων σε πραγματικό πόλεμο, οργανισμών Ειδικών Επιχειρήσεων. Το Ηνωμένο Βασίλειο διαθέτει κορυφαίες Δυνάμεις Ειδικών Επιχειρήσεων με απόλυτη εξειδίκευση στο υγρό στοιχείο και πλούσια χρηματοδότηση αλλά δεν έχει ανακοινωθεί προμήθεια VICTA. Ούτε ο αντίστοιχος οργανισμός των ΗΠΑ, με παγκόσμιο αποτύπωμα και κορυφαία κάλυψη απαιτήσεων κάθε φάσματος, έχει κρίνει ελκυστική μια τέτοια προμήθεια.
Ο βασικός λόγος είναι ότι σήμερα, οι Ειδικές Επιχειρήσεις που απαιτούν υποβρύχια διείσδυση σε μεγάλες αποστάσεις είναι εξαιρετικά εξεζητημένες. Ακόμη και στο φάσμα των αντιτρομοκρατικών επιχειρήσεων, για το οποίο υπάρχει ιδιαίτερη ευαισθησία και κορυφαία εξειδίκευση, δεν έχει κριθεί σκόπιμη η διάθεση πόρων για τόσο εξεζητημένα ΥΠΟΧ και η επένδυση σε εκπαίδευση προσωπικού είναι μικρή. Η υποβρύχια διείσδυση με ΥΠΟΧ ενδιαφέρει αλλά για μεταφορά του προσωπικού σε “στεγνό” περιβάλλον ενώ ακόμη και στο VICTA το προσωπικό μεταφέρεται σε πλημμυρισμένο διαμέρισμα, με τις ανάλογες επιπτώσεις στην σωματική επιβάρυνση του προσωπικού.
Οι επιχειρήσεις του είδους έχουν καταστεί ακόμη πιο εξεζητημένες, λόγω της τεχνολογικής προόδου που επιτρέπει ανάπτυξη πλήθους αισθητήρων από αέρος και θαλάσσης για τον εντοπισμό υποβρυχίων στόχων. Το πρότυπο επιχειρήσεων του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, με υποβρύχιες διεισδύσεις δυτών σε ναυστάθμους για δολιοφθορές σε πολεμικά πλοία, θεωρείται αδύνατο στο σύγχρονο πεδίο μάχης, έναντι τεχνολογικώς ισότιμου αντιπάλου. Εξάλλου, η προσβολή ακριβείας κάθε είδους στόχων από αποστάσεις ασφαλείας με εξελιγμένα αεροπορικά όπλα και όχι μόνο, καθιστά περιττή την διακινδύνευση προσωπικού των Δυνάμεων Ειδικών Επιχειρήσεων. Έτσι, το εύρος τέτοιων αποστολών είναι πολύ μικρό έναντι τακτικών δυνάμεων με ικανές ανθυποβρυχιακές ικανότητες και μέτρα ασφαλείας.
Άλλος σοβαρός λόγος για τον οποίο δεν υπάρχει ιδιαίτερη διάδοση των ΥΠΟΧ, παρά την κυρίαρχη παρουσία του υγρού στοιχείου, είναι το υψηλό κόστος όχι μόνο ως προς την προμήθεια αλλά και την συντήρηση και υποστήριξή τους. Όσο πιο εξελιγμένης τεχνολογίας είναι τα ΥΠΟΧ, τόσο υψηλότερες είναι οι απαιτήσεις σε συντήρηση και υποστήριξη, επειδή το θαλάσσιο περιβάλλον είναι αμείλικτο στην φθορά κάθε μηχανής.
Ενώ αυτό είναι το γενικό πλαίσιο, η ελληνική περίπτωση ενδιαφέροντος για το VICTA, είναι ακόμη πιο εντυπωσιακή. Ακόμη και στην περίπτωση του πλέον εξειδικευμένου οργανισμού στις υποβρύχιες αποστολές, την ΔΥΚ, η αξιοποίηση τέτοιων οχημάτων αποτελεί πρόκληση και παραμένει σπάνια επιλογή δράσεως. Η σπατάλη για 4 ΥΠΟΧ προς κάλυψη των όποιων συνολικών εθνικών απαιτήσεων μπορεί να κριθεί ως υπέρ αρκετή αλλά δεν προσφέρει πρόσχημα ελληνικής βιομηχανικής συμμετοχής και δι’ αυτής εύλογο κέρδος, πέραν της αποσβέσεως των επενδύσεων αναπτύξεως του VICTA, για τον κατασκευαστή.
Επιχειρησιακώς, το βάθος των υδάτων πέριξ των ελληνικών νήσων έναντι των Μικρασιατικών παραλίων, κυμαίνεται μεταξύ 200-700 μέτρων. Μόνο πλησίον των ακτών και στα στενά περάσματα, το βάθος δεν ξεπερνά τα 50-100 μέτρα. Αυτό σημαίνει ότι το μέγιστου βάθους καταδύσεως 30 μέτρων VICTA, δεν μπορεί να εκμεταλλευθεί το μεγάλο βάθος για να διαφύγει του εντοπισμού. Στην πραγματικότητα, σε ιδανικές συνθήκες φωτισμού, ένα ΥΠΟΧ τέτοιου μεγέθους σε αυτά τα βάθη μπορεί να εντοπισθεί και διά γυμνού οφθαλμού και να προσβληθεί με πυροβόλα μέσου διαμετρήματος. Η προτίμηση επιχειρήσεων υπό συνθήκες σκότους, δεν εμποδίζει την απόδοση αισθητήρων που μπορούν να αναπτυχθούν από αέρος και θαλάσσης για τον εντοπισμό υποβρυχίων στόχων ακόμη και από μικρά απόνερα που αφήνει ένα ΥΠΟΧ πλέοντας σε μικρό βάθος. Όλες αυτές οι τεχνολογίες, κατέχονται από τον αντίπαλο και η βιομηχανία του τις εξελίσσει διαρκώς.
Εφόσον το VICTA μπορεί να πλεύσει στην επιφάνεια ώστε να καλύψει την μεγαλύτερη απόσταση μέχρι τον στόχο, για να αφεθούν μέχρι 25 ν.μ. το μέγιστο σε υποβρύχια διείσδυση, το στοιχείο της αφάνειας ελλείπει ενώ οι πιθανότητες εντοπισμού και καταστροφής του ισοδυναμούν με αυτές των κοινών ταχυπλόων που διαθέτουν ήδη οι μονάδες. Επομένως, το ερώτημα που πρέπει να απασχολεί είναι πόσο μεγάλο μπορεί να αποδειχθεί στην πραγματικότητα (κι όχι στην φαντασία) το τακτικό πλεονέκτημα που θα εξασφαλιστεί μέσα από μια τεράστια επένδυση, έναντι του σημερινού συνδυασμού ταχυπλόων σκαφών επιφανείας ή ελικοπτέρου και φορητών υποβρυχίων προωθητικών συσκευών των Αμφιβίων Καταδρομών και της ΔΥΚ.
Επί της ουσίας, το VICTA είναι ένα ειδικό μέσο μεταφοράς μικρών ομάδων και όχι οπλικό σύστημα για επίθεση έναντι στόχων επιφανείας. Αυτό σημαίνει ότι το όποιο αποτέλεσμα επιδιώκεται, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις δυνατότητες κρούσεως της μεταφερόμενης ομάδος, δηλαδή των όπλων που φέρει αυτή. Εκρηκτικές ύλες για δολιοφθορές, φορητός οπλισμός, ελαφροί εκτοξευτές ρουκετών, δεν αναμένεται να αποφέρουν τακτικό αποτέλεσμα επιδράσεως τέτοιας τάξεως, που δεν είναι εφικτό από οπλικό σύστημα φερόμενο σε χερσαία, εναέρια ή ναυτική πλατφόρμα. Η τεχνολογία εξάλλου, έχει περιορίσει σε αρκετές περιπτώσεις την ανάγκη αναλήψεως αποστολών από ειδικό προσωπικό: επί παραδείγματι, η εμφάνιση των ανεπάνδρωτων αεροσκαφών (UAV) έχει καταργήσει σε μεγάλο βαθμό την αναγκαιότητα Περιπόλων Αναγνωρίσεως Μακράς Ακτίνος (LRRP) των περασμένων δεκαετιών.
Εάν η επιχειρησιακή αξία του VICTA πρέπει να αφεθεί στις πραγματικές συνθήκες πολέμου ή κρίσεως για να διαπιστωθεί στην πράξη, πολύ νωρίτερα, επί καθημερινής βάσεως από τον καιρό της ειρήνης, μπορεί να κριθεί το κόστος χρησιμοποιήσεως σε συντήρηση και υποστήριξη. Ακριβώς επειδή πρόκειται για τεχνολογίες αιχμής, υφίστανται αυξημένες ανάγκες τέτοιου είδους, όσο και διαρκούς ανανεώσεως σε επίπεδο λογισμικού. Εδώ, το VICTA μπορεί να θεωρηθεί ένας βέβαιος “εφιάλτης”, ειδικά για οργανισμούς με πτωχό μητρώο σε υποστήριξη προϋπολογισμού για λειτουργικά έξοδα αλλά και ικανότητα διατηρήσεως βασικότερων ειδικών υλικών ικανότητος απλούστερης μορφής, όπως επαρκές απόθεμα αλεξιπτώτων κ.λπ.
Ως τεχνολογικό θαύμα υβριδικής φύσεως, το VICTA χρησιμοποιεί εξαιρετικά πολύπλοκα συστήματα υψηλής τεχνολογίας. Το ψηφιακό σύστημα ελέγχου πλεύσεως (Fly by Wire) λειτουργεί με ηλεκτρονικούς αισθητήρες, καλωδιώσεις και σερβοκινητήρες, που απαιτούν εξονυχιστικούς ελέγχους μετά από κάθε κατάδυση, προς αποφυγή διαρροών λόγω υγρασίας και πρόκληση βραχυκυκλωμάτων. Το σύστημα διπλής προώσεως (πετρελαιοκινητήρας και ηλεκτροκινητήρες με συσσωρευτή Λιθίου) σημαίνει ότι το διαμέρισμα του πετρελαιοκινητήρα στην κατάδυση πλημμυρίζει και ειδικές, υδραυλικές βαλβίδες, σφραγίζουν αεροστεγώς την εισαγωγή αέρα και την εξάτμιση. Βαλβίδες, συμπλέκτες και συσσωρευτές, απαιτούν εξειδικευμένα συστήματα παρακολουθήσεως της σωστής λειτουργίας τους και προσεκτική συντήρηση. Το σύστημα διαχειρίσεως και Προγνωστικής Συντηρήσεως, στηρίζεται σε πλήθος αισθητήρων που καταγράφουν διαρκώς τις καταπονήσεις του υλικού, τις μικροδιαρροές και την κατάσταση των συστημάτων, επιδιώκοντας την πρόβλεψη βλαβών για έγκαιρη προληπτική εργασία συντηρήσεως. Στην διαδικασία αυτή πρέπει να εμπλακεί προσωπικό εξειδικευμένων μηχανικών λογισμικού και αναλυτές δεδομένων στην Βάση Υποστηρίξεως, για “κατέβασμα” των δεδομένων μετά από κάθε αποστολή. Η παρακολούθηση της δομικής ακεραιότητος του κύτους που κατασκευάζεται από σύνθετα υλικά, απαιτεί ειδικές συσκευές υπερήχων για μη καταστροφικούς ελέγχους και η επισκευή προϋποθέτει ναυπηγείο. Το ενσωματωμένο Σύστημα Υποστηρίξεως Ζωής (Life Support System) δηλαδή το σύστημα παροχής οξυγόνου ανοιχτού κυκλώματος για τους 8 δύτες, προϋποθέτει αυστηρή εφαρμογή πρωτοκόλλων καθαρισμού και ελέγχου, αναλόγων αυτών αεροσκαφών, προς αποφυγή εμπλοκών και μολύνσεως αέρος.
Όλα αυτά, φωτογραφίζουν μια πολύπλοκή υποβρύχια πλατφόρμα που απαιτεί δημιουργία εξειδικευμένης εγχώριας βάσεως τεχνικής υποστηρίξεως και συνεχή εκπαίδευση τεχνικών σε τεχνολογίες αιχμής, άγνωστες στα ελληνικά δεδομένα. Την απαίτηση αυτή θα καλύψουν προφανώς τα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά, με διόλου ευκαταφρόνητο κόστος. Πρόκειται για δεδομένα πολύ πέρα από το σύνηθες υλικό ταχυπλόων σκαφών. Από εκεί και πέρα βεβαίως, σε επίπεδο μονάδος, απαιτούνται σειρές ελέγχων κάποιων ωρών, έπειτα από κάθε αποστολή και ξέπλυμα εσωτερικού και εξωτερικού με απιονισμένο νερό. Περαιτέρω προληπτική συντήρηση, θα πρέπει να εκτελείται βάσει ωρών πλεύσεως (συνήθως μερικές δεκάδες) με αλλαγή λαδιών, φίλτρων και έλεγχο αντλιών, στεγανότητος και αντικατάσταση φθαρμένων απαρτίων, πληρέστερες εργασίες με την συμπλήρωση κάποιων εκατοντάδων ωρών πλεύσεως σε επίπεδο ηλεκτροκινητήρων και συσσωρευτών Λιθίου, δοκιμές πιέσεως στο σύστημα παροχής οξυγόνου και αντικατάσταση φίλτρων ενώ, σε ετήσια βάση ή διετή, πρέπει να γίνονται προληπτικές αντικαταστάσεις αισθητήρων και βαλβίδων υψηλής πιέσεως. Τέλος, μεγάλες επιθεωρήσεις κάθε 3-5 έτη, στο πλαίσιο των οποίων προγραμματίζονται και αντικαταστάσεις συσσωρευτών που πρέπει να γίνονται με συχνότητα 4-5 ετών.
Καθώς τα εξαρτήματα του VICTA είναι μοναδικά, δηλαδή κατά παραγγελία (custom) όπως οι ειδικοί συσσωρευτές Λιθίου και το ειδικό λογισμικό, για τα οποία η κατασκευάστρια έχει κάνει σοβαρές επενδύσεις, το κόστος σε ανταλλακτικά – υποστήριξη είναι υψηλό. Αντιστοίχως, η ειδική συντήρηση σε επίπεδο ναυπηγείου που είναι απολύτως αναγκαία, χρειάζεται εξειδικευμένους τεχνικούς με δαπανηρή εκπαίδευση στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι υπηρεσίες των οποίων χρεώνονται αναλόγως. Ο επιχειρησιακός χρήστης, είναι απολύτως δεσμευμένος από το ναυπηγείο, δηλαδή τον κατασκευαστή, σε υψηλότερο του συνηθισμένου βαθμό, καθ’ όλον τον κύκλο επιχειρησιακού βίου του VICTA. Το σύστημα Προγνωστικής Συντηρήσεως, που υπόσχεται σημαντική εξοικονόμηση στο κόστος συντηρήσεως, απαιτεί την πληρωμή συνδρομής λογισμικού στον κατασκευαστή και διαρκείς αναβαθμίσεις, δημιουργώντας πάγια έξοδα αλλά και αυξημένες απαιτήσεις κυβερνοασφάλειας ώστε να μην υποκλαπούν οι ώρες και οι τοποθεσίες των ελληνικών αποστολών, που όμως μπορούν να περιέρχονται σε γνώση των Βρετανών.
Οι αυξημένες απαιτήσεις συντηρήσεως των VICTA, συνεπάγονται την απαίτηση δημιουργίας ειδικών υποδομών υψηλής τεχνολογίας, επειδή δεν θα παραμένουν στο νερό και στον ήλιο αλλά μετά από κάθε αποστολή θα πρέπει να ανελκύονται στην ξηρά. Πρόκειται για μια μικρογραφία των ειδικών υποδομών που απαιτεί το F-35 στην Πολεμική Αεροπορία και επιβάλουν ξεχωριστό πρόγραμμα επενδύσεως. Μπορούν να αναφερθούν κλειστά υπόστεγα με ελεγχόμενες συνθήκες κλιματισμού και βιομηχανικούς αφυγραντήρες, για το ελεγχόμενο στέγνωμα των εσωτερικών διαμερισμάτων του σκάφους, βιομηχανική ηλεκτρική εγκατάσταση τροφοδοσίας ειδικών ναυτικών ταχυφορτιστών για τον συσσωρευτή, σταθμοί πλύσεως, αντιπυρικοί θάλαμοι αποθηκεύσεως συσσωρευτών με συστήματα πυροσβέσεως χημικών πυρκαγιών, ασφαλείς χώροι για διαχείριση ηλεκτρονικών δεδομένων σε υπολογιστές, όπου το σκάφος θα συνδέεται ψηφιακώς, θωρακισμένη σύνδεση δικτύου έναντι κυβερνοεπιθέσεων, εγκαταστάσεις πληρώσεως δεξαμενών οξυγόνου με συμπιεστές υψηλής πιέσεως, “απολυμασμένη αίθουσα” (clean room) για τον έλεγχο – απολύμανση των αναπνευστικών βαλβίδων και των ρυθμιστών πιέσεως του σκάφους, υποδομές ταχείας ανελκύσεως και μεταφοράς με γερανογέφυρες και ειδικά οχήματα μεταφοράς (τρέιλερ) για οδική μεταφορά σε λιμένες ή αεροδρόμια.
Το πρόγραμμα των 10 VICTA, είναι προϋπολογισμού 145 εκατ. € (συμπεριλαμβανομένων των νομίμων κρατήσεων) εκ των οποίων 122.475.000 € αφορούν το κόστος των σκαφών, 782.000 € το κόστος εκπαιδεύσεως προσωπικού και 13.535.452 € το κόστος της Εν Συνεχεία Υποστηρίξεως (FOS) τεσσάρων ετών. Συγκριτικώς, το κόστος μονάδος είναι υπερδιπλάσιο ενός σύγχρονου σκάφους Ειδικών Επιχειρήσεων μήκους 25-30 μέτρων. Το κόστος της FOS θα αυξάνει με την πάροδο των ετών και εκτιμάται ότι θα υπερβαίνει τα 5 εκατ. € ετησίως, κατά μέσον όρο. Περιοδικώς, το κόστος θα εκτινάσσεται, λόγω εργασιών όπως ενδεικτικώς η αντικατάσταση συσσωρευτή, κάθε 4-5 έτη. Αυτή, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών εργασιών, μπορεί και να ξεπεράσει τις 100.000 € ανά σκάφος, επομένως για το σύνολο του στόλου θα απαιτείται περί το 1 εκατ. €.
Όλα τα δεδομένα δείχνουν ότι το πρόγραμμα προμήθειας των VICTA είναι μία αμφιλεγόμενη και αντιοικονομική επένδυση που επιβλήθηκε άνωθεν, όταν η ΔΕΠ παρουσιάζει πολλές άλλες ελλείψεις χαμηλότερου κόστους, που έχουν και μεγαλύτερη επίδραση αθροιστικώς, αλλά παραμένουν σε εκκρεμότητα λόγω ελλείψεως χρηματοδοτήσεως. Για την εξυπηρέτηση εμπορικών συμφερόντων και με πρόσχημα την ελληνική βιομηχανική συμμετοχή, η κυβέρνηση προώθησε την υψηλότατου κόστους κάλυψη μιας τεχνηέντως εμφανιζόμενης ως υψηλής προτεραιότητος επιχειρησιακής ανάγκης, λίαν εξεζητημένης αξίας, που θα επιβαρύνει δυσανάλογα την ΔΕΠ αντί να συντελέσει στην αποφασιστική ενίσχυσή της.
ΔΟΥΡΕΙΟΣ ΙΠΠΟΣ Podcast # 152 – Carl Gustaf M4 για τις Ειδικές Δυνάμεις








