Σύγχρονοι σταθμοί ραντάρ και Plot Fusion – Τι και πως το κάνουν Ελλάδα και Τουρκία

Από Σάββας Δ. Βλάσσης
Η τουρκική αεροπορία ολοκλήρωσε τις διαδικασίες επιθεωρήσεως και αποδοχής του κινητού συστήματος ραντάρ ALP-300G, όπως ανακοινώθηκε επισήμως στις 2 Ιουλίου από το τουρκικό Υπουργείο Αμύνης. Το πρωτότυπο του συστήματος είχε παραδοθεί στις 20 Μαΐου 2024, με σκοπό την έναρξη επιχειρησιακών δοκιμών. Την ανάπτυξη του συστήματος είχε αναλάβει η Aselsan μετά την αρχική ανάθεση συμβάσεως από την Προεδρία Αμυντικών Βιομηχανιών (SSB) το 2016.
Μετά την παράδοση του πρωτοτύπου, πηγές της τουρκικής βιομηχανίας είχαν αναφέρει ότι η τουρκική αεροπορία επρόκειτο να παραλάβει περισσότερα από 30 συστήματα ραντάρ ALP-300G, διατύπωση η οποία οδηγεί προς την πιθανότητα να πρόκειται για 31 συστήματα.
Λίγο αργότερα, τον Δεκέμβριο του 2024, η Aselsan ανακοίνωσε την ανάληψη συμβάσεως ύψους 170,9 εκατ. $ και 1,95 δισ. λιρών Τουρκίας (περίπου 55,49 εκατ. $) από την SSB, για την παράδοση συστημάτων ραντάρ μεταξύ 2026-2031. Αν και δεν ανακοινώθηκαν λεπτομέρειες για το αντικείμενο της συμβάσεως, τα τουρκικά μέσα, την συνέδεσαν με το ALP-300G.
Τα συστήματα ραντάρ ALP-300G θα καλύψουν όλο τον εναέριο χώρο της Τουρκίας και καθώς πρόκειται για κινητούς σταθμούς, προορίζονται να αντικαταστήσουν πλήρως τα αντίστοιχα αμερικανικής και γαλλικής προελεύσεως που εντάχθηκαν σε υπηρεσία στις δεκαετίες του 1980 και 1990.
Στις 27 Αυγούστου 2025, σε μια μεγάλη τελετή παρουσία του προέδρου Ερντογάν, που αφορούσε παράδοση αντιαεροπορικών συστημάτων τουρκικής παραγωγής συνολικής αξίας 460 εκατ. $, παρουσιάστηκε και ένα σύστημα ALP-300G. Πιθανώς όμως να επρόκειτο για το πρωτότυπο.
Στην διετία από την παράδοση του πρωτοτύπου, αυτό δοκιμάστηκε εκτενώς σε θέματα διασυνδέσεως με τα πλαίσια C4ISR, όπως το εθνικό δίκτυο Διοίκησης & Ελέγχου HERİKKS-600. Αναπτυσσόμενο κατά περιόδους έναντι της Ελλάδος, της Συρίας ή ακόμη και στην Σομαλία για εκπαιδευτικούς σκοπούς, το πρωτότυπο του ALP-300G δοκιμάστηκε ως προς την απόδοσή του σε πραγματικές συνθήκες περιβάλλοντος απειλών.
Έτσι, η ανακοίνωση της 2ας Ιουλίου, σημαίνει πιθανώς την έναρξη της μαζικής παραγωγής του συστήματος, σηματοδοτώντας την εκκίνηση της ριζικής ανανεώσεως του τουρκικού επίγειου δικτύου σταθμών ραντάρ εγκαίρου προειδοποιήσεως.
Το ALP-300G θεωρείται σύστημα εμβέλειας 600 χλμ., με υψηλή ικανότητα αποκαλύψεως χαμηλά ιπτάμενων στόχων που επιδιώκουν να εκμεταλλευτούν το ανάγλυφο του εδάφους. Έχει ικανότητα εντοπισμού βαλλιστικών πυραύλων, υπερηχητικών όπλων, πυραύλων πτήσεως (cruise) και σμηνών ανεπάνδρωτων (UAV).
Βαλλιστικοί πύραυλοι και πλατφόρμες με αφορμή την τοποθέτηση του καθηγητή Βαληνάκη
Χρησιμοποιεί προηγμένες τεχνικές επεξεργασίας ψηφιακού σήματος και Τεχνητή Νοημοσύνη, για να επιτύχει αποτελεσματική απόρριψη ανακλάσεων (clutter) σε σύνθετα περιβάλλοντα και να ανιχνεύσει στόχους χαμηλής παρατηρησιμότητας (LO) σε μεγάλες αποστάσεις. Με αυτό τον τρόπο εκμεταλλεύεται καλύτερα την απόδοση από την λειτουργία στην μπάντα S, έναντι αεροπορικών στόχων τεχνολογίας stealth, αεροσκαφών με επιφάνειες από υλικά απορροφήσεως ακτινοβολίας ραντάρ και σχημάτων ειδικώς για ακτινοβολία σε υψηλότερες συχνότητες.
Το ραντάρ έχει ενσωματωμένα πρωτόκολλα ηλεκτρονικών αντι-αντιμέτρων (ECCM) όπως οι κυματομορφές λειτουργίας χαμηλής πιθανότητας εντοπισμού, η ευελιξία συχνότητας και η προσαρμοστική διαμόρφωση δέσμης. Όλα αυτά εξασφαλίζουν ανθεκτικότητα έναντι πυραύλων αντι-ραντάρ, ελαχιστοποιώντας την ικανότητα του εχθρού να ανιχνεύσει την θέση του ραντάρ.
Η αρχιτεκτονική του συστήματος και του λογισμικού, διευκολύνει τις διαρκείς ενημερώσεις – αναβαθμίσεις υλισμικού και λογισμικού, επιτρέποντας ανώτερη παρακολούθηση αεροσκαφών stealth και συνολική προσαρμογή έναντι εξελισσομένων απειλών.
Για να ανταπεξέλθει στην πρόκληση του εντοπισμού αεροσκαφών τεχνολογίας stealth και των σμηνών δρόνων επιθέσεως, η Aselsan επιδιώκει πλέον να περάσει στο νέο μοντέλο συνεργασίας των σταθμών ραντάρ. Στο παλαιό μοντέλο που ακολουθεί και η πλειοψηφία των ευρισκομένων σήμερα σε υπηρεσία συστημάτων ραντάρ, κάθε σταθμός επεξεργάζεται μόνος του τον στόχο, ορίζει την γραμμή πορείας – ίχνος του (track) και την στέλνει στο κέντρο ελέγχου. Αυτό το μοντέλο χαρακτηρίζεται Σύντηξη Ιχνών (Track Fusion). Αν ο στόχος είναι ένα μαχητικό stealth ή ο στόχος πετάει πολύ χαμηλά, το ραντάρ “βλέπει” μόνο “θόρυβο” – ανάκλαση (clutter) και απορρίπτει το σήμα, οπότε το κέντρο ελέγχου δεν λαμβάνει ειδοποίηση.
Στο σύγχρονο μοντέλο στο οποίο προχωράει η Aselsan, οι σταθμοί ραντάρ λειτουργούν συνεργατικά μέσω της Σύντηξης Αρχικών Επιστροφών (Plot Fusion) δηλαδή ένωση των πρωτογενών δεδομένων – σημείων εντοπισμού που λαμβάνει ο αισθητήρας, ακόμη και των πιο αμυδρών, πριν το ίδιο το ραντάρ αποφασίσει αν πρόκειται για πραγματικό στόχο ή “θόρυβο”. Αυτές οι πληροφορίες εντοπισμού από κάθε σταθμό ραντάρ συγκεντρώνονται μέσω δικτύων υψηλής χωρητικότητος σε ένα κεντρικό σημείο, δημιουργώντας μία κοινή αεροπορική εικόνα υψηλής αναλύσεως. Όταν τρεις διαφορετικοί σταθμοί ραντάρ στείλουν ένα αμυδρό plot για το ίδιο σημείο, ο κεντρικός αλγόριθμος αντιλαμβάνεται ότι εκεί υπάρχει πραγματικός στόχος (π.χ. ένας δρόνος κατασκευασμένος από ανθρακονήματα) και ενεργοποιεί την αεράμυνα.
Η δυνατότητα αυτή, ενισχύει και την ανθεκτικότητα έναντι παρεμβολών (jamming) αφού, ακόμη και αν ένας σταθμός ραντάρ του δικτύου δεχθεί παρεμβολές, τα υπόλοιπα μπορούν να συνεχίσουν τον εντοπισμό και την ιχνηλάτηση των στόχων. Επιπλέον, οι δικτυοκεντρικές δομές αποσκοπούν στην αύξηση της ικανότητας εντοπισμού αεροσκαφών τεχνολογίας stealth, αξιοποιώντας τις ανακλάσεις των ραντάρ από διαφορετικές γωνίες.
Η Τουρκία επιδιώκει την παράλληλη αξιοποίηση συστημάτων ραντάρ παθητικού εντοπισμού, που θεωρούνται ικανά να αποκαλύψουν αεροσκάφη τεχνολογίας stealth. Πέραν του προγράμματος Συστήματος Εντοπισμού Παθητικής Εκπομπής (PYAS) του Κέντρου Έρευνας Πληροφορικής & Ασφαλείας Πληροφοριών του Τουρκικού Επιστημονικού & Τεχνολογικού Ερευνητικού Συμβουλίου (TÜBİTAK BİLGEM), αναπτύσσεται επίσης ένα νέο σύστημα ραντάρ παθητικού εντοπισμού, πολυστατικής τεχνολογίας.
Είναι σαφές ότι η Τουρκία ετοιμάζεται εντατικά για την αντιμετώπιση της μείζονος προκλήσεως που συνιστά ο έγκαιρος εντοπισμός των μαχητικών F-35 άλλων χωρών.
F-35 η Τουρκία – Η Ελλάδα επέλεγε P-3B Orion…
Θα έλεγε κανείς ότι η συμμετοχή της Τουρκίας στο πρόγραμμα F-35 μέχρι την αποβολή της το 2019, θα είχε προκαλέσει συναγερμό στην Ελλάδα κι ως ελάχιστη αντίδραση από πλευράς Πολεμικής Αεροπορίας, τον κατά προτεραιότητα εκσυγχρονισμό του δικτύου επιγείων σταθμών ραντάρ και την αποκατάσταση διαθεσιμότητος του ΑΣΕΠΕ. Αντ’ αυτού, οι αρμόδιοι έθεσαν ως πρώτη προτεραιότητα την επαναφορά σε ενέργεια πεταμένων αεροσκαφών P-3B του Πολεμικού Ναυτικού… Όταν ανατέθηκε η σύμβαση το 2015, ως πρώτη μάλιστα μέριμνα της νέας κυβερνήσεως ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ (είχε μεθοδευτεί προσεκτικά από το 2012), η απειλή των τουρκικών F-35 ήταν επικείμενη. Αλλά τους αρμοδίους τους ένοιαζε να ρίξουν 500 εκατ. $ σε πειράματα. Και οι επίγειοι σταθμοί ραντάρ, χωρίς συντήρηση, συνέχισαν να τίθενται εκτός ενεργείας ο ένας μετά τον άλλον ενώ ακόμη και σήμερα δεν έχει αποφασιστεί τι θα γίνει με τα ΑΣΕΠΕ.
Η Ελλάδα επιδιώκει να περάσει τώρα στην εποχή των σύγχρονων ραντάρ και του Plot Fusion, με την απευθείας προμήθεια προηγμένων κινητών συστημάτων ραντάρ της ισραηλινής ELTA. Δεν πρόκειται μόνο για κορυφαία συστήματα. Η ELTA έχει εξελίξει ακόμη περισσότερο το Plot Fusion, πέρα από την συνεργασία μεταξύ των σταθμών ραντάρ, σε ένα ευρύτερο μοντέλο που ονομάζει Σύντηξη Πολλαπλών Αισθητήρων (Multi-Sensor Fusion) παρουσιάζοντας το σύστημα ραντάρ ELM-2084 MS-MMR, εξέλιξη του ELM-2084 MMR. Ως πολλαπλοί αισθητήρες, ορίζονται οι συνεργαζόμενοι σταθμοί ραντάρ και τα παθητικής λειτουργίας συστήματα Ηλεκτροπτικών Αισθητήρων (EO/IR) και SIGINT/COMINT, που εντοπίζουν αντιστοίχως το θερμικό ίχνος και ραδιοσυχνότητες που εκπέμπει ο ίδιος ο στόχος. Όλα αυτά τα διαφορετικά ακατέργαστα σήματα ενώνονται, δημιουργώντας μια αδιάσπαστη εικόνα που τυγχάνει ταχείας επεξεργασίας και γίνεται η βέλτιστη ανάθεση πυρός σε όλα τα διαθέσιμα οπλικά συστήματα. Πρόκειται για βασικό συστατικό στοιχείο του ολοκληρωμένου πλέγματος διασυνδεδεμένων οπλικών συστημάτων που επιδιώκει να δημιουργήσει η Ελλάδα.
Συγκριτικώς, το ALP 300-G, βασικός αισθητήρας στο τουρκικό πρόγραμμα ΧΑΛΥΒΔΙΝΟΣ ΘΟΛΟΣ, είναι ραντάρ στρατηγικής έγκαιρης προειδοποίησης μακράς εμβέλειας (600 χλμ.) ενώ το ισραηλινό ELM-2084, κύριο “μάτι” της ΑΣΠΙΔΑΣ ΤΟΥ ΑΧΙΛΛΕΑ, είναι τακτικό ραντάρ (470 χλμ.) πολλαπλών αποστολών, με εμβέλεια όμως μεγαλύτερη των 600 χλμ. σε διαμόρφωση έρευνας βαλλιστικών απειλών σε τόξο 120 μοιρών. Είναι πολύ πιο ευέλικτο, καθώς μπορεί να εκτελεί ταυτοχρόνως έλεγχο πυρός, αναγνώριση εχθρικού πυροβολικού και καθοδήγηση αντιαεροπορικών βλημάτων. Για την καθοδήγηση βλημάτων στο πλαίσιο του τουρκικού αντιαεροπορικού συστήματος SİPER, υφίστανται το οργανικό ραντάρ έρευνας ALP-310G που λαμβάνει πληροφορίες από το ALP-300G και το ραντάρ ελέγχου πυρός AKREP-1000G. Τα δύο ραντάρ, ελέγχουν τα εκτοξευόμενα βλήματα στο αρχικό και το τελικό στάδιο αντιστοίχως.
Α/ΓΕA: “Ίσως ζούμε την μαζικότερη ανανέωση του οπλοστασίου από συστάσεώς του οργανισμού μας”





