Δούρειος Ίππος - Podcasts
ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Κουλτούρα Απόφασης και Επίτευξη Πολιτικού Αποτελέσματος

Το παράδειγμα του Ιράν

Γράφει ο Αντιστράτηγος ε.α. Κωνσταντίνος Αλεξάκης
Επίτιμος Διοικητής Διακλαδικής Διοίκησης Ειδικών Επιχειρήσεων
MA in Strategic Security Studies/ NDU-CISA
Security Policy and Irregular Threats

Το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι ποιος διαθέτει περισσότερη ισχύ, αλλά ποιος διαθέτει το εύρος στρατηγικής σκέψης και τις θεσμικές δομές για να τη μετατρέπει σε πολιτικό αποτέλεσμα.

Η παραίτηση του Joe Kent έρχεται να λειτουργήσει ως εμπειρική επιβεβαίωση αυτής ακριβώς της θέσης.

Οι μεγάλες κρίσεις σπάνια αποκαλύπτουν μόνο την ισχύ των κρατών. Συχνότερα αποκαλύπτουν την ποιότητα των συστημάτων απόφασης που τα καθοδηγούν. Η σύγκρουση με το Ιράν έχει ανοίξει στις Ηνωμένες Πολιτείες μια συζήτηση που ξεπερνά τα καθαρά στρατιωτικά δεδομένα του πολέμου. Η συζήτηση που εξελίσσεται στους κύκλους πολιτικής και  εθνικής ασφάλειας της Ουάσιγκτον, δεν αφορά τόσο την τεχνολογική υπεροχή των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων — αυτή θεωρείται δεδομένη.

Αφορά κυρίως ένα πιο θεμελιώδες ερώτημα: Κατά πόσο ένα σύστημα λήψης αποφάσεων διαθέτει εύρος στρατηγικής σκέψης -αλλά και τις θεσμικές δομές- για να αντιμετωπίζει αντιπάλους στρατηγικής πολυπλοκότητας και να μετατρέπει τη συνολική ισχύ, με όλα τα εργαλεία εθνικής ισχύος,  σε πολιτικό αποτέλεσμα.

ΙΙ. Η Αρχή της Θεσμικής Αντίρρησης

Για δεκαετίες, η αμερικανική στρατηγική παράδοση στηρίζεται σε μια άτυπη αλλά ισχυρή αρχή. Οι θέσεις που διαχειρίζονται ζητήματα εθνικής ασφάλειας καταλαμβάνονται συνήθως από επαγγελματίες της ασφάλειας με σημαντικό θεσμικό βάρος — ανθρώπους των οποίων η μόρφωση, η κουλτούρα, η επαγγελματική εμπειρία και η ανεξαρτησία σκέψης, τους επιτρέπουν να λειτουργούν όχι μόνο ως εκτελεστές πολιτικών αποφάσεων αλλά και ως συνομιλητές της ίδιας της πολιτικής ηγεσίας.

Η αξία αυτού του μοντέλου δεν εστίαζε μονομερώς στην επαγγελματική κατάρτιση και στα προσόντα. Βρισκόταν κυρίως στη δυνατότητα του συστήματος να ακούει την “αντίρρηση” πριν λάβει αποφάσεις στρατηγικού χαρακτήρα.

Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, φαίνεται να διαμορφώνεται μια διαφορετική λογική επιλογής προσώπων. Η πολιτική ευθυγράμμιση και η διασφάλιση εσωτερικής συνοχής στο εκτελεστικό σύστημα, δείχνουν να αποκτούν μεγαλύτερη βαρύτητα από το παραδοσιακό θεσμικό βάρος.

ΙΙΙ. Η Δοκιμασία του Ιράν: Αντίπαλος Στρατηγικής Πολυπλοκότητας

Η πραγματική δοκιμασία ενός τέτοιου μοντέλο εμφανίζεται όταν το σύστημα καλείται να διαχειριστεί έναν αντίπαλο στρατηγικής πολυπλοκότητας. Η Περίπτωση της στρατηγικής αντιμετώπισης της Ουκρανίας, από το 2014 και μετά, ανέδειξε κάποια στίγματα· ωστόσο αυτή του Ιράν είναι πιο χαρακτηριστική και πιο επίκαιρη.

Αρχικές εκτιμήσεις φαίνεται να βασίστηκαν στην υπόθεση ενός σύντομου πολέμου. Η εξόντωση της ανώτατης ηγεσίας και η χαρακτηριστική υποβάθμιση δυνατοτήτων, συμπεριλαμβανομένης της πυρηνικής παραμέτρου, θεωρήθηκε ότι θα μπορούσε να προκαλέσει αλυσιδωτή αποσταθεροποίηση του καθεστώτος και τελικά την αλλαγή ισορροπιών στη Μέση Ανατολή — που είναι και το προκείμενο.

Η Αρχιτεκτονική της Διείσδυσης

Ωστόσο, το ιρανικό σύστημα αποδεικνύει μέχρι τώρα ότι δε στηρίζεται σε μια μονολιθική δομή εξουσίας αλλά σε ένα πλέγμα θεσμών και δικτύων ισχύος —με πυρήνα τους Φρουρούς της Επανάστασης— που έχει διαμορφωθεί ακριβώς για να λειτουργεί υπό συνθήκες μόνιμης πίεσης. Ακόμη και σε μια κοινωνία όπου η δυσαρέσκεια απέναντι στο καθεστώς είναι υπαρκτή, η εξωτερική στρατιωτική πίεση ενεργοποιεί συχνά ισχυρά εθνικά αντανακλαστικά. Έτσι, μια στρατηγική που προσδοκά γρήγορη εσωτερική κατάρρευση μπορεί να οδηγηθεί στο αντίθετο αποτέλεσμα: σε προσωρινή κοινωνική συσπείρωση.

  1. Η Ασυμμετρία στη Χρήση Εργαλείων Εθνικής Ισχύος

Στην εξίσωση αυτή προστίθεται και ένας ακόμη παράγοντας που συχνά υποτιμήθηκε στις αρχικές εκτιμήσεις: η ασυμμετρία στον τρόπο χρήσης των εργαλείων εθνικής ισχύος.

Η δυτική στρατηγική βασίζεται μέχρι στιγμής κυρίως στο στρατιωτικό εργαλείο, επιδιώκοντας γρήγορα αποτελέσματα μέσω αεροπορικών πληγμάτων και στοχευμένων επιχειρήσεων. Σε αντίθεση, το Ιράν συνδυάζει διπλωματικές κινήσεις, πληροφοριακές επιχειρήσεις, οικονομική εργαλειοποίηση των ενεργειακών οδών και νομικές πιέσεις σε διεθνή φόρα — επιδιώκει να μετατρέψει τον χρόνο σε στρατηγικό πλεονέκτημα.

Σε τέτοιου είδους συγκρούσεις, το ζήτημα δεν είναι μόνο ποιος διαθέτει μεγαλύτερη στρατιωτική ισχύ — όπου συνδέονται αρμονικά ο παράγοντας άνθρωπος, τα τεχνολογικά μέσα και η επιχειρησιακή θεώρηση, εφόσον αυτή έχει αναπτυχθεί, επικαιροποιηθεί και δοκιμαστεί αναλόγως. Το θέμα πάει παραπέρα: ποιος τελικά καταφέρνει να ευθυγραμμίσει αποτελεσματικότερα όλα τα εργαλεία εθνικής ισχύος σε μια συνεκτική στρατηγική. Ποιος φορέας την παράγει, πώς συμμετέχουν οι διαφορετικές απόψεις, και πώς αποτυπώνουν την ευρεία αντίληψη — είναι κάτι εξαιρετικά σημαντικό. Όταν αυτή η ευθυγράμμιση δεν επιτυγχάνεται, ακόμη και σημαντική στρατιωτική υπεροχή μπορεί να αποδειχθεί ανεπαρκής για την επίτευξη πολιτικού αποτελέσματος.

  1. Η Αξία του Στρατηγικού Εύρους: Η Περίπτωση Mattis

Σε τελική ανάλυση, η επιτυχία σε σύγχρονες συγκρούσεις δεν εξαρτάται μόνο από την ποσότητα ή την τεχνολογική υπεροχή των διαθέσιμων μέσων. Εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ποιότητα του συστήματος λήψης αποφάσεων που καλείται να τα συνδυάσει σε συνεκτική στρατηγική.

Σε αυτό το σημείο επανέρχεται συχνά στη συζήτηση το παράδειγμα ενός διαφορετικού τύπου ηγεσίας στο Πεντάγωνο: του στρατηγού Jim Mattis, ως πολιτικού  προϊσταμένου πλέον και όχι φορώντας το καπέλο του στρατηγού. Η αναφορά στον Mattis δεν είναι τυχαία. Ο Mattis δεν έγινε γνωστός μόνο για την επιχειρησιακή του εμπειρία, αλλά για κάτι πιο σπάνιο στην πολιτική ηγεσία: την εμμονή του στη στρατηγική σκέψη, που συνδυάζει στρατιωτική αντίληψη με τις λοιπές παραμέτρους της πολιτικής. Για τον Mattis, η στρατιωτική ισχύς δεν ήταν ποτέ αυτόνομο εργαλείο. Ήταν μέρος ενός συστήματος όπου η διπλωματία, οι συμμαχίες και η κατανόηση του αντιπάλου αποτελούν εξίσου κρίσιμους παράγοντες.

Ο ίδιος είχε επιλεγεί από τον Donald Trump στην πρώτη του θητεία ακριβώς λόγω του θεσμικού του βάρους και της στρατηγικής του επάρκειας. Όταν όμως διαφώνησε δημόσια με την απόφαση αποχώρησης των αμερικανικών δυνάμεων από τη Συρία, επέλεξε να παραιτηθεί, υπερασπιζόμενος τη σημασία των συμμαχιών και της θεσμικής συνέχειας της αμερικανικής στρατηγικής.

Χρόνια αργότερα, κλήθηκε από το Κογκρέσο σε μια μάλλον ασυνήθιστη θεσμική διαδικασία: να αξιολογήσει την επάρκεια της σημερινής ηγεσίας του Πενταγώνου. Η παρέμβασή του, η οποία αμφισβήτησε με θεσμική διαφάνεια την καταλληλότητα του νυν υπουργού Πολέμου, ανέδειξε με έντονο τρόπο το βαθύτερο ζήτημα που συζητείται σήμερα στην Ουάσιγκτον. Όχι απλώς ποια στρατηγική πρέπει να ακολουθηθεί. Αλλά ποιοι άνθρωποι διαθέτουν το εύρος σκέψης για να τη διαμορφώσουν και να τη θέσουν στο τραπέζι των αποφάσεων. Και σε τελική ανάλυση, πόσο ώριμο είναι το σύστημα ώστε να μπορεί να ακούει —ή και να αποδέχεται— φωνές που με απόλυτη θεσμική τοποθέτηση εκφράζουν απτά την πραγματικότητα.

VΙ. Η Ελληνική Διάσταση: Ιστορικές Αναλογίες

Όταν η στρατηγική ανάλυση υποχωρεί μπροστά στην πολιτική βεβαιότητα, οι συνέπειες εμφανίζονται συχνά όχι στην αρχή μιας σύγκρουσης αλλά στην εξέλιξή της. Το ενδιαφέρον ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν η σημερινή ηγεσία είναι «ικανή» ή «ανίκανη». Το πραγματικό ερώτημα είναι διαφορετικό: πώς λειτουργεί μια κουλτούρα απόφασης όταν το σύστημα βρίσκεται υπό πίεση. Και αυτή η δυναμική δεν αφορά μόνο τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η ελληνική ιστορία προσφέρει χαρακτηριστικά παραδείγματα. Η Μικρασιατική Εκστρατεία ανέδειξε πόσο επικίνδυνο μπορεί να γίνει ένα στρατηγικό εγχείρημα όταν οι αποφάσεις λαμβάνονται χωρίς πλήρη κατανόηση του πραγματικού κέντρου βάρους του αντιπάλου, και σε ασυμφωνία στόχων σε σχέση με τους επιλεχθέντες  τρόπους και την επάρκεια των μέσων. Η κρίση των Ιμίων αποκάλυψε τις αδυναμίες ενός συστήματος όπου οι διαδικασίες στρατηγικής διαχείρισης δεν είχαν ακόμη ωριμάσει θεσμικά. Αντίθετα, στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940 η ελληνική επιτυχία προέκυψε κυρίως από την πρωτοβουλία συγκεκριμένων ηγετικών στελεχών — περισσότερο αποτέλεσμα προσωπικής ηγεσίας παρά ώριμης στρατηγικής κουλτούρας.

VΙΙ. Αντί Επιλόγου

Οι κρίσεις τελικά λειτουργούν ως stress test των θεσμών και των μηχανισμών στρατηγικής λήψης αποφάσεων.  Δείχνουν όχι μόνο πόση ισχύ διαθέτει ένα κράτος, αλλά πώς επιτρέπει να διαμορφώνονται στρατηγικά μυαλά ώστε να υπάρχει δεξαμενή άξιων επιλογών, και πώς τελικά επιλέγει τους ανθρώπους  που καλούνται να διαχειριστούν πολύπλοκες καταστάσεις — σε γραμμικές και μη γραμμικές κρίσεις, ή σε γκρίζες ζώνες όπου το κατώφλι του πολέμου δεν είναι ευδιάκριτο ή κατά ανάγκη σημειακό. Αυτή η διάσταση είναι συχνά εκείνη που καθορίζει αν η συνολική ισχύς θα μετατραπεί σε στρατηγικό αποτέλεσμα — ή απλώς σε ένα ακόμη επεισόδιο μιας σύγκρουσης χωρίς καθαρή πολιτική κατάληξη.

           «Η ισχύς χωρίς στρατηγική αρχιτεκτονική αποφάσεων δεν παράγει πολιτικό αποτέλεσμα.»

Η Ειδική Επιχείρηση που ανακοινώθηκε: Ρήξη Δόγματος ή Πληροφοριακή Επιχείρηση;

 

Related Articles

Back to top button