ΔΙΑΦΟΡΑ

Από την Λωζάννη στην Χωροφυλακή

Από Σάββας Δ. Βλάσσης

Το θέμα της Συνθήκης της Λωζάννης που έθεσε ο πρόεδρος της Τουρκίας κατά την επίσκεψή του στην Ελλάδα (7/8 Δεκεμβρίου), παραπέμποντας ευθέως στην μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης, από πλευράς αμυντικής πολιτικής, επαναφέρει στο προσκήνιο την απειλή μιας τουρκικής προβοκάτσιας – υποκινήσεως στην περιοχή. Τα παραδείγματα του πώς μπορεί μια οργανωμένη καταλλήλως και υποκινούμενη μειονότητα να ανατρέψει την κυβερνητική κεντρική εξουσία, οδηγώντας ακόμη και σε αλλαγές συνόρων, είναι πολλά διεθνώς. Καθίσταται λοιπόν και πάλι επίκαιρο της ζήτημα της λήψεως όλων των αναγκαίων εκείνων μέτρων από τον καιρό της ειρήνης προκειμένου να εξασφαλίζονται οι καλύτερες προϋποθέσεις αντιμετωπίσεως μιας «εξεγέρσεως», τουλάχιστον για την περίπτωση που αυτή δεν προληφθεί και εκδηλωθεί.

Είναι σαφές ότι σε ένα τέτοιο τοπίο, σχεδόν το παν εξαρτάται από τις Πληροφορίες. Αυτονόητος είναι ο σοβαρός ρόλος που διαδραματίζει η ΕΥΠ, που όμως πρέπει να συντονίζεται στον βέλτιστο βαθμό τόσο με την Ελληνική Αστυνομία (ΕΛΑΣ) όσο και με τις Ένοπλες Δυνάμεις. Οι τελευταίες, αντιμέτωπες σε περίπτωση ελληνοτουρκικής αναμετρήσεως με την θανάσιμη απειλή της αποκοπής των γραμμών επικοινωνιών των δυνάμεων του Δ΄ Σώματος Στρατού στον Έβρο με τα μετόπισθεν, έχουν ειδικά σχέδια ενώ και η συνεργασία αυτών με την ΕΛΑΣ είναι αυτονότητη και ουσιώδης.

Επί των ημερών του Α/ΓΕΣ Αντιστρατήγου Φ. Φραγκούλη ελήφθησαν συγκεκριμένα μέτρα με επίκεντρο τις Ειδικές Δυνάμεις στην Θράκη, που απεδείχθησαν χρήσιμα και πετυχημένα. Το βασικό όμως που δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής είναι ότι κατ’ αρχάς η ανάληψη επιχειρήσεων από τις Ένοπλες Δυνάμεις για την αντιμετώπιση κάποιας κινήσεως μειονοτικών στοιχείων, δεν είναι επικοινωνιακώς και πολιτικώς σωστή. Η ανάληψη στρατιωτικής δράσεως, μεταδίδει αρνητικά μηνύματα στην διεθνή κοινότητα και ενισχύεται η εντύπωση της καταπιέσεως και χρήσεως απεριόριστης βίας, λειτουργώντας υπέρ της μειονότητος. Για τους λόγους αυτούς, η αρχική δυναμική επέμβαση ανατίθεται σε δυνάμεις αστυνομίας – χωροφυλακής, οι οποίες ως Σώματα Ασφαλείας εκ της αποστολής τους είναι υπεύθυνα για την τήρηση της εσωτερικής ασφαλείας.

Είναι σαφές λοιπόν ότι η εσωτερική ασφάλεια σε ευαίσθητες περιοχές είναι ένα ζήτημα στο οποίο καλούνται να συνεργαστούν οι υπηρεσίες και τα Σώματα Ασφαλείας με τις Ένοπλες Δυνάμεις. Αυτό σημαίνει ότι, ιδίως όταν παραστεί ανάγκη, απαιτείται στενή συνεργασία μεταξύ των αντιστοίχων υπουργείων και πολιτικών προϊσταμένων. Γεγονός που υπογραμμίζει ότι για την λήψη πρόσθετων μέτρων και την χάραξη μιας νέας «στρατηγικής», όπως ίσως επιβάλλεται μετά την κίνηση του Ερντογάν να θέσει το θέμα της Λωζάννης στην ατζέντα, απαιτείται ευρεία κυβερνητική και γενικότερη πολιτική συναντίληψη και συναίνεση. Η παρούσα κατάσταση, με τις εσωτερικές έριδες της συγκυβερνήσεως και τις αναχρονιστικές ιδεοληψίες της, δεν ευνοούν κάτι τέτοιο. Εν πάση περιπτώσει όμως, η πολιτική κατάσταση είναι κάτι που αλλάζει διαρκώς.

Εάν η πρώτη ανταπόκριση σε μια οργανωμένη προσπάθεια αποσταθεροποιήσεως στην Θράκη είναι εκ των πραγμάτων αρμοδιότητα της ΕΛΑΣ, τότε θα πρέπει να ληφθούν συγκεκριμένα μέτρα και πρώτα απ’ όλα, να συγκροτηθούν πιο εξειδικευμένες για τον σκοπό αυτόν δυνάμεις. Το τελευταίο είναι απαραίτητο διότι οι εν λόγω μονάδες θα πρέπει να τύχουν ειδικής εκπαιδεύσεως για την αντιμετώπιση καταστάσεων εκτεταμένων αναταραχών από οργανωμένα πλήθη αλλά να έχουν και ανώτερη στρατιωτική εκπαίδευση σε αντικείμενα αντιανταρτικών επιχειρήσεων. Κακά τα ψέμματα, η εκπαίδευση των αστυνομικών δεν έχει καμμία σχέση με την εκπαίδευση του στρατιωτικού προσωπικού ενώ ακόμη και η επαφή με την χρήση φορητού οπλισμού είναι επιδερμική.

Συνοπτικώς, αυτό που απαιτείται, είναι ένα είδος αναβιώσεως του Σώματος της Χωροφυλακής εντός των κόλπων της Ελληνικής Αστυνομίας, μέσω της συγκροτήσεως ενός αριθμού σχετικών μονάδων υπό κεντρική διοίκηση. Οι δυνάμεις αυτές, με τον ειδικό προσανατολισμό που αναφέραμε και αυξημένο βαθμό στρατιωτικοποιήσεως, από πλευράς οργανώσεως, οπλισμού, ιματισμού, εξοπλισμού (ατομικού, θωρακισμένα, ειδικά οχήματα) περίπου υπάρχουν, στην μορφή των Διευθύνσεων Αστυνομικών Επιχειρήσεων Αττικής (ΔΑΕΑ) και Θεσσαλονίκης (ΔΑΕΘ).

Νέες μονάδες τύπου Χωροφυλακής, είναι σκόπιμο να εδρεύουν σε Θράκη και Ήπειρο, στην δεύτερη περίπτωση προκειμένου να αντικαταστήσουν τις δυνάμεις του Ελληνικού Στρατού, αναλαμβάνοντας πλήρως το έργο τους εκεί. Με αυτό τον τρόπο είναι δυνατό να επιτραπεί η μεταφορά όλων των στρατιωτικών δυνάμεων της Ηπείρου στην Θράκη και το Αιγαίο, ενισχύοντας τον βαθμό στελεχώσεως και επανδρώσεως των εκεί μονάδων και εξαλείφοντας δομικα προβλήματα που αντιμετωπίζονται σε θέματα οργανώσεως, τυποποιήσεως και εκπαιδεύσεως επί σειρά δεκαετιών.

Όταν μιλάμε για μονάδες τύπου Χωροφυλακής, δεν αναφερόμαστε σε εξειδικευμένες μονάδες αντιτρομοκρατικού ρόλου. Αυτή την απαίτηση καλύπτει στην Βόρειο Ελλάδα η ΕΚΑΜ Θεσσαλονίκης, αντιπροσωπεύοντας πόρο εθνικής σημασίας για ακραίες περιπτώσεις όπως αυτές που προσεγγίζουμε. Η ΕΚΑΜ Θεσσαλονίκης, αποτελώντας σύνδεσμο με τις Ένοπλες Δυνάμεις, ειδικώς λόγω γειτνιάσεως με το ΚΕΑΠ, πρέπει να αποκαταστήσει μόνιμη επαφή με τις δομές των Ειδικών Δυνάμεων του Στρατού Ξηράς που βρίσκονται στην Θράκη, σε επίπεδο ειδικών εκπαιδεύσεων, ειδικών ενημερώσεων, Πληροφοριών και προετοιμασίας κοινών πρωτοκόλλων ενεργείας προς αντιμετώπιση ειδικών καταστάσεων.

Εάν στην ήδη υφισταμένη υποδομή από πλευράς Ειδικών Δυνάμεων του ΓΕΣ και ΕΚΑΜ Θεσσαλονίκης, προστεθεί, πέραν των υπηρεσιών πληροφοριών, ένα νεοσυγκροτούμενο «Σύνταγμα Χωροφυλακής Θράκης», αφενός το πλέγμα ασφαλείας ενισχύεται, αφετέρου οι εμπλεκόμενοι συντελεστές διακρίνονται από ένα κοινό χαρακτηριστικό: αυτό της ειδικής υποστάσεως που έχουν, σε επίπεδο επιλογής προσωπικού, αποστολών και εκπαιδεύσεως. Όλοι αυτοί οι «παίκτες», παρόλο που ανήκουν σε διαφορετικές υπηρεσίες, θα μπορούν να συντονιστούν καλύτερα και να ενώσουν τις δυνάμεις τους από τον καιρό της ειρήνης.

Τα αριθμητικά δεδομένα του Στρατού Ξηράς, δεν αφήνουν περιθώρια για την συγκρότηση νέων μονάδων αφού η ροή σε μόνιμα στελέχη έχει περιορισθεί σοβαρά και οι διαγωνισμοί προσλήψεως ΕΠΟΠ έχουν διακοπεί. Εναλλακτικώς, η ΕΛΑΣ, με μία αναδιοργάνωση (η οποία ήδη προωθείται μέσω και της ΕΕ) και την αξιοποίηση ως πυρήνα προσωπικού εκ των ΔΑΕΑ και ΔΑΕΘ, είναι σε θέση να προσφέρει λύση. Όμως το αντιστρατιωτικό πνεύμα και η «χαλαρή» νοοτροπία της ΕΛΑΣ, δημιουργούν ζητήματα. Γι’ αυτό τον λόγο, απαιτείται η εμφάνιση στο προσκήνιο ενός νέου «Σώματος» τύπου Χωροφυλακής. Συγκροτημένο όμως επάνω σε σύγχρονα πλαίσια, με κριτήρια στο προσωπικό και σε σχετικώς περιορισμένη κλίμακα αριθμών, ούτως ώστε να επιτυγχάνεται ο σκοπός.

 

Related Articles

Back to top button