Κάντο όπως η Ταϊβάν: Άλλο προμήθειες και άλλο αναπτυξιακά προγράμματα με εξαγορά τεχνολογίας

Από Σάββας Δ. Βλάσσης
Την άνοιξη του 2025 καταρτίσθηκε ο Μακροπρόθεσμος Προγραμματισμός Αμυντικών Εξοπλισμών (ΜΠΑΕ) 2025-2036 που καθορίζει τον σχεδιασμό για τις επιχειρησιακές απαιτήσεις που θα καλυφθούν τα επόμενα έτη με καθορισμένο προϋπολογισμό. Ο ΥΕΘΑ Νίκος Δένδιας έχει υψώσει πολύ τον πήχη, δηλώνοντας κατ’ επανάληψη ότι δημιουργούνται οι ισχυρότερες ένοπλες δυνάμεις στην ιστορία της χώρας. Στόχος συνδεόμενος άμεσα με μια προσπάθεια ενισχύσεως των εθνικών ικανοτήτων παραγωγής αμυντικών προϊόντων και την συνολική ανάταξη της Ελληνικής Αμυντικής Βιομηχανίας. Το τελευταίο, υποτίθεται ότι θα προκύψει από τον καθορισμό συμμετοχής ελληνικών εταιρειών μεσοσταθμικώς, σε ποσοστό 25% του ύψους των αναθέσεων.
Παρά τα όσα υπόσχονται οι αρμόδιοι, η απόκτηση τεχνολογίας αιχμής και η δημιουργία βιομηχανικής ικανότητος δεν εξασφαλίζονται με συμβάσεις προμήθειας οπλικών συστημάτων. Το έδειξε εξάλλου και η εμπειρία της προηγουμένης μεγάλης εξοπλιστικής προσπάθειας που έκανε η χώρα μετά την κρίση των Ιμίων. Απόκτηση τεχνολογίας εξασφαλίζεται μόνο μέσα από συμβάσεις έργου που έχουν αυτό ακριβώς το αντικείμενο. Δηλαδή συμβάσεις αναπτυξιακών προγραμμάτων με κάποιον ξένο οίκο, ο οποίος δεσμεύεται να προμηθεύσει πλήρη τεχνικό φάκελο προϊόντος (τεχνολογία) και να μεταφέρει την εμπειρία διαδικασιών αναπτύξεως, δοκιμών, πιστοποιήσεως, μέχρι την τελική βιομηχανοποίηση (τεχνογνωσία). Οι συμβάσεις αυτές, περιλαμβάνουν την δέσμευση προμήθειας συγκεκριμένου αριθμού από το οπλικό σύστημα που ενδιαφέρει, με αποτέλεσμα ουσιαστικώς την ανάθεση συμβάσεως “φουσκωμένου” κόστους. Αυτό το επιπλέον σημαντικό κόστος, είναι που αφορά το σκέλος της εξαγοράς τεχνολογίας και τεχνογνωσίας.
Κανένα τέτοιας φύσεως πρόγραμμα δεν περιλαμβάνεται στον ΜΠΑΕ 2025-2036, για τον απλό λόγο ότι αυτό αφορά απλές προμήθειες, στην πλειοψηφία τους σχεδιασμένες για απευθείας αναθέσεις. Δεν υπάρχει κατάλογος μειζόνων αναπτυξιακών προγραμμάτων που να έχει καθορισθεί σε επίπεδο μακροπρόθεσμου σχεδιασμού όπως ο ΜΠΑΕ 2025-2036, με συγκεκριμένη χρηματοδότηση. Η μόνη αναπτυξιακή δραστηριότητα εκδηλώνεται μέσω ΕΛΚΑΚ, σε επίπεδο όμως ετησίου “Προγραμματικού Ορίζοντα”, με χρηματοδότηση μερικών δεκάδων εκατομμυρίων.
ΕΛΚΑΚ: Ιnterceptor drone, Loitering Munition, UUV, anti-drone αλλά και Εθνικό Πλοίο το 2026
Χώρες που έθεσαν στόχο την ανάπτυξη σοβαρής αμυντικής βιομηχανίας για εθνική αυτάρκεια, επένδυσαν μεγάλα κεφάλαια σε συμβάσεις αναπτυξιακών προγραμμάτων για εξαγορά τεχνολογίας και μεταφορά τεχνογνωσίας. Μια από τις χώρες που πορεύονται σε τέτοιον οδικό χάρτη, είναι η απειλούμενη Ταϊβάν.
Προσφάτως, παρουσιάσθηκε ο “Ειδικός Νόμος για την Προμήθεια Ενισχυμένης Αμυντικής Ανθεκτικότητας και Ασύμμετρων Πολεμικών Δυνατοτήτων”, ύψους 39,51 δισ. $ στην οκταετία 2026-2033. Εξ αυτών, τα 9,48 δισ. $ αφορούν την ενίσχυση της εθνικής αμυντικής παραγωγής! Οι τελευταίοι, είναι πόροι που θα διατεθούν για ανάπτυξη νέων και ενίσχυση υφισταμένων βιομηχανικών υποδομών της χώρας – συνολικώς επτά γραμμές παραγωγής και σε μεγάλο βαθμό στρατιωτικά εργοστάσια με σκοπό την ικανότητα καλύψεως των εκπαιδευτικών αναγκών αλλά και των υψηλών καταναλώσεων σε πολεμική περίοδο. Αντικείμενο από πλευράς αμυντικών προϊόντων, είναι οι κατευθυνόμενοι πύραυλοι ακριβείας διαφόρων τύπων και τεθωρακισμένα οχήματα, με τοπική παραγωγή.
Η οδός “εθνικοποιήσεως” των εξοπλισμών όμως, διέρχεται μέσω του Εθνικού Ινστιτούτου Επιστημών & Τεχνολογίας (NCSIST) της Ταϊβάν, που είναι ο μεγαλύτερος φορέας στον αμυντικό κλάδο. Το NCSIST είναι και ο κεντρικός δρων στο “Σχέδιο Βελτιώσεως Μαχητικής Ισχύος Θαλάσσης – Αέρος” για την περίοδο 2022-2026, με ειδική χρηματοδότηση 7,4 δισ. $ εκ της οποίας ένα μεγάλο ποσοστό αφορά την εξαγορά τεχνολογίας και μεταφορά τεχνολογίας για εγχώρια παραγωγή πυραυλικών συστημάτων. Η ετήσια χρηματοδότηση του ίδιου του NCSIST εξάλλου, είναι τεράστια, προκειμένου να καλύπτονται οι ανάγκες των αναπτυξιακών προγραμμάτων συνεργασίας με ξένους οίκους. Το 2023 ανήλθε σε 3,7 δισ. $ περίπου ενώ το 2024 σε 3,4 δισ. $ περίπου!
Ενδεικτικό του ρυθμού αναθέσεως συμβάσεων για αναπτυξιακά προγράμματα, ήταν στις 18 Σεπτεμβρίου 2025, στα εγκαίνια της εκθέσεως αμυντικού υλικού TADTE στην Ταϊπέι, η υπογραφή από το NCSIST δύο συμβάσεων και τεσσάρων μνημονίων συνεργασίας με έξι διεθνείς αμυντικές εταιρείες: την καναδική Airshare και τις αμερικανικές Anduril, Leonardo DRS, AeroVironment, MARTAC, Northrop Grumman.
Με την Airshare, η συνεργασία αφορά την ολοκλήρωση του συστήματος ρουκετών Interceptor UX στο πλαίσιο εγχωρίου συστήματος αντιμετωπίσεως δρόνων, για την προστασία δυνάμεων και υποδομών, με έναρξη δοκιμών προ της εκπνοής του έτους.
Με την Anduril, θα διευρυνθεί η συνεργασία στα περιπλανώμενα πυρομαχικά χαμηλού κόστους και στο υποβρύχιο ανεπάνδρωτο όχημα αναγνωρίσεως Dice-LD της Ταϊβάν.
Το μνημόνιο συνεργασίας με την Leonardo DRS, αφορά το Σύστημα Ελέγχου Πυρός αρμάτων M60A3, που θα εκσυγχρονιστούν.
Η AeroVironment θα αναπτύξει από κοινού ανεπάνδρωτα αεροσκάφη διττής χρήσεως.
Η συνεργασία με την MARTAC εστιάζει σε ανεπάνδρωτα σκάφη επιφανείας με τεχνολογίες Τεχνητής Νοημοσύνης για αναγνώριση στόχων και συντονισμό επιχειρήσεων.
Η Northrop Grumman θα βοηθήσει στην ολοκλήρωση πυραύλων στο Ολοκληρωμένο Σύστημα Διοικήσεως Μάχης, που αφορά ένα εθνικό δίκτυο αντιαεροπορικής/ αντιπυραυλικής άμυνας, επομένης γενεάς.
Στις επίσημες ανακοινώσεις του NCSIST, σημειώνεται ότι όλες οι συμφωνίες αφορούν τοπική παραγωγή και μεταφορά τεχνολογίας στο πλαίσιο μακροχρόνιων συνεργασιών που αποβλέπουν στην ενίσχυση των εγχώριων αμυντικών ικανοτήτων της Ταϊβάν με συστήματα αναδυόμενων τεχνολογιών.
Την προηγουμένη, 17 Σεπτεμβρίου 2025, το NCSIST αποκάλυψε το πρωτότυπο πυραύλου πτήσεως (cruise) χαμηλού κόστους που συναναπτύχθηκε με την Anduril, προκειμένου να παράγεται στην χώρα. Το όπλο περιγράφεται ως “αυτόνομος πύραυλος πτήσεως χαμηλού κόστους” και στηρίζεται στο Barracuda-500, που έχει αναπτύξει η αμερικανική εταιρεία για εκτόξευση από αεροπορικές πλατφόρμες ενώ μπορεί να εκτοξεύεται και από κινητές χερσαίες πλατφόρμες. Το Barracuda-500 αξιολογείται στις ΗΠΑ για πιθανή υιοθέτηση και μάλιστα μόλις ταξινομήθηκε ως AGM-189A. Έχει βεληνεκές 500 ν.μ. και φέρει πολεμική κεφαλή 100 κιλών περίπου. Το ενδιαφέρον της Ταϊβάν για τέτοια όπλα, αφορά την αντιμετώπιση του κινεζικού στόλου που θα επιδιώξει ναυτικό αποκλεισμό και μεγάλης κλίμακος αμφίβια αποβατική επιχείρηση.
Ο πρόεδρος του NCSIST ανακοίνωσε ότι ο πύραυλος πρόκειται να τεθεί σε παραγωγή σε διάστημα 1,5 έτους, με το κόστος μονάδος να ορίζεται σε λιγότερο από 216.000 $. «Ολόκληρη η εφοδιαστική αλυσίδα του πυραύλου θα βρίσκεται στην Ταϊβάν. Αυτή είναι η συνολική κατεύθυνση για όλες τις μελλοντικές συνεργασίες», συμπλήρωσε.
Την ίδια ημέρα, παρουσιάστηκε το πρωτότυπο ενός υποβρυχίου ανεπάνδρωτου οχήματος και μιας αυτόνομης υποβρύχιας κινούμενης νάρκης, που θα αναπτυχθούν από κοινού με την Anduril.
Η συνεργασία για το Barracuda-500 παρουσιάζει ενδιαφέρον, επειδή υφίσταται ήδη συνεργασία του NCSIST και με την αμερικανική Kratos, για την συνανάπτυξη του Chien Feng IV, ενός δρόνου επιθέσεως χαμηλού κόστους με τεχνολογίες Τεχνητής Νοημοσύνης. Αφορά ουσιαστικώς τροποποίηση του ιπτάμενου στόχου MQM-178 Firejet, έχει βεληνεκές 1.000 χλμ. και αναπτύσσεται με το βλέμμα στον κινεζικό στόλο. Η οπλοποίηση του προϊόντος, αφορά την προσαρμογή δύο κινητήρων JetCat που επιτρέπουν ανάπτυξη ταχύτητος 0,8 Mach, επιχειρησιακή οροφή άνω των 35.000 ποδών, ικανότητα ελιγμών υψηλών φορτίσεων G, εξελιγμένο σύστημα κατευθύνσεως και προσθήκη πολεμικής κεφαλής. Η τερματική καθοδήγηση στηρίζεται σε ηλεκτροπτικό (EO/IR) σύνολο στο ρύγχος. Η πρώτη πτήση του Chien Feng IV, ανακοινώθηκε στις 5 Φεβρουαρίου 2026.
Οι δύο προσπάθειες στον ίδιο τομέα, φαίνεται να προκύπτουν από συνδυασμό επιχειρηματικών – βιομηχανικών και επιχειρησιακών κριτηρίων. Η συμφωνία με την Kratos είχε τηρηθεί μυστική και το NCSIST υποστήριζε ότι είναι κοινό ερευνητικό πρόγραμμα χωρίς δεδομένη την σύνδεσή του με στρατιωτικό πρόγραμμα, αφού οι ένοπλες δυνάμεις της χώρας δεν έχουν εκφράσει επισήμως ενδιαφέρον για το Chien Feng IV. Κατά την Kratos, η ανάπτυξη ξεκίνησε το 2025, γεγονός που σημαίνει πιθανώς ότι η συμφωνία είχε οριστικοποιηθεί το προηγούμενο έτος.
Πιθανώς η Anduril αντέδρασε επιθετικά και αποφάσισε να επενδύσει στην Ταϊβάν, όπως ανακοίνωσε και επισήμως, την οποία αντιλήφθηκε ως μεγάλη και ευνοϊκή αγορά, δεδομένων των αμυντικών προκλήσεων με τις οποίες είναι αντιμέτωπη και την σταθερή πολιτική υποστήριξη των ΗΠΑ. Ο προσανατολισμός για μόνιμη παρουσία με επενδύσεις στην χώρα και συνεργασία βάθους με την Ταϊβάν, οδήγησε σε μια στρατηγική σχέση συνεργασίας ενώ από επιχειρησιακής απόψεως, παρατηρούμε ότι το Barracuda διακρίνεται από σχεδίαση μειώσεως του RCS, εν αντιθέσει με την συμβατική σχεδίαση του MQM-178 Firejet.
Στην TADTE επίσης, στο περίπτερο του NCSIST παρουσιάστηκε πρόπλασμα του πυραύλου αντιβαλλιστικής προστασίας επομένης γενεάς Chiang-Kong, με την κινητή μονάδα πυρός του. Οι επίσημες ανακοινώσεις, περιγράφουν ικανότητα αναχαιτίσεως τακτικών βαλλιστικών πυραύλων σε μέσα και μεγάλα υψόμετρα. Επίσημα στοιχεία δείχνουν πρόθεση προμήθειας δύο μονάδων εκτοξεύσεως με 128 βλήματα, πιθανώς ως πρώτη φάση του εθνικού προγράμματος “T-Dome”.
Στην προκειμένη περίπτωση δεν έχουν υπάρξει επίσημες ανακοινώσεις για διεθνή συνεργασία στο πλαίσιο του συγκεκριμένου προγράμματος. Εν τούτοις, πληροφορίες φέρουν να στηρίζεται σε σύμβαση με ισραηλινή εταιρεία, πιθανώς την IAI, στο πλαίσιο μυστικής διακρατικής συμφωνίας για την μεταφορά τεχνολογίας στους τομείς των ραντάρ και των πυραύλων αναχαιτίσεως. Παρά την στρατηγική σχέση με τις ΗΠΑ, οι μεγάλες “παραδοσιακές” αμερικανικές εταιρείες δεν εμφανίζονται πρόθυμες να μοιραστούν τεχνολογίες πυραυλικών συστημάτων αιχμής και γι’ αυτό τον λόγο, τέτοια αναπτυξιακά προγράμματα που ενδιαφέρουν την Ταϊβάν, κατευθύνονται προς το Ισραήλ.
Συνοψίζοντας, οι χώρες που επιθυμούν ανάπτυξη εγχώριας ικανότητος παραγωγής όπλων, αφιερώνουν ξεχωριστούς γενναίους προϋπολογισμούς σε αναπτυξιακά προγράμματα με ξένους οίκους για εξαγορά τεχνολογίας και τεχνογνωσίας. Στην Ελλάδα, δεν υφίσταται κατάλογος τέτοιων προγραμμάτων και οδικός χάρτης συνεργασιών της Ελληνικής Αμυντικής Βιομηχανίας με συγκεκριμένους ξένους οίκους. Δεν υφίστανται προσδιορισμένοι και ιεραρχημένοι μείζονες στόχοι σε επίπεδο τεχνολογίας – όπλων. Μέσω συμβάσεων προμηθειών, από θέση αδυναμίας λόγω απευθείας αναθέσεων, οι αρμόδιοι ελπίζουν να καταφέρουν δεσμεύσεις για κάποια συμμετοχή της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας και ανταλλάγματα, δηλαδή κάτι περίπου σαν το “πάμε κι όπου βγει”.
25% εθνική συμμετοχή στα εξοπλιστικά: “Μια τρύπα στο νερό” πάλι








