dourios.gif

.: Επιλογές 
    » Αρχική Σελίδα
      
 


   
     
» Παραγγελίες
            Επικοινωνία

ΙΜΙΑ 1996-2006
ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΙΣ


Η κρίση των Ιμίων, δεν αποτελεί παρά συνέχεια των ελληνικών ατυχών χειρισμών στις περιοδικές κρίσεις που, από την δεκαετία του 1950, σημειώνονται μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας. Την επομένη των Ιμίων, η Ελλάδα είχε επωμιστεί το κόστος των «γκρίζων ζωνών», ένα νέο ανύπαρκτο πρόβλημα που δημιούργησε η Τουρκία. Μία θεωρία την οποία η ελληνική πλευρά αποδέχθηκε, όταν μερικά χρόνια αργότερα συμπεριέλαβε τις «γκρίζες ζώνες» στα θέματα των διμερών ατύπων επαφών που εγκαινίασε με την τουρκική πλευρά.

Σε αντίθεση με όλες τις προηγούμενες περιπτώσεις, η κρίση των Ιμίων στιγματίστηκε από το χαμηλό επίπεδο που επέδειξε η πολιτική ηγεσία, εξαπολύοντας μία πρωτοφανή επίθεση εναντίον των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων. Η οργανωμένη προσπάθεια που εκδηλώθηκε από την πρώτη στιγμή, ώστε να αποκρυφτεί η αλήθεια, είχε αποτέλεσμα: είναι αμφίβολο κατά πόσο η κοινή γνώμη διαμόρφωσε σαφή άποψη για τα γεγονότα κατά την κρίσιμη νύκτα 30/31 Ιανουαρίου 1996. Μία κατάσταση, η οποία εξυπηρετούσε πλήρως το

Η κρίση των Ιμίων, δεν αποτελεί παρά συνέχεια των ελληνικών ατυχών χειρισμών στις περιοδικές κρίσεις που, από την δεκαετία του 1950, σημειώνονται μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας. Την επομένη των Ιμίων, η Ελλάδα είχε επωμιστεί το κόστος των «γκρίζων ζωνών», ένα νέο ανύπαρκτο πρόβλημα που δημιούργησε η Τουρκία. Μία θεωρία την οποία η ελληνική πλευρά αποδέχθηκε, όταν μερικά χρόνια αργότερα συμπεριέλαβε τις «γκρίζες ζώνες» στα θέματα των διμερών ατύπων επαφών που εγκαινίασε με την τουρκική πλευρά.

Σε αντίθεση με όλες τις προηγούμενες περιπτώσεις, η κρίση των Ιμίων στιγματίστηκε από το χαμηλό επίπεδο που επέδειξε η πολιτική ηγεσία, εξαπολύοντας μία πρωτοφανή επίθεση εναντίον των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων. Η οργανωμένη προσπάθεια που εκδηλώθηκε από την πρώτη στιγμή, ώστε να αποκρυφτεί η αλήθεια, είχε αποτέλεσμα: είναι αμφίβολο κατά πόσο η κοινή γνώμη διαμόρφωσε σαφή άποψη για τα γεγονότα κατά την κρίσιμη νύκτα 30/31 Ιανουαρίου 1996. Μία κατάσταση, η οποία εξυπηρετούσε πλήρως τον πολιτικό κόσμο, ο οποίος επεδίωξε την δημιουργία συγχύσεως και την συγκάλυψη.

Η πολιτική ηγεσία, έχοντας μόλις αναλάβει την εξουσία, αδημονούσε να κυβερνήσει. Η κρίση των Ιμίων, ήταν ένας κακός εφιάλτης, τον οποίο προσπέρασε επιδιώκοντας την διατήρηση της ειρήνης. Έναντι ποίου κόστους, όμως; Η πολιτική ηγεσία έπεσε στην «παγίδα». Υπονόμευσε την εξωτερική πολιτική της χώρας, με την υιοθέτηση αντιφατικών δογματικών θέσεων που, δέκα χρόνια μετά, μόνο σε βελτίωση της καταστάσεως δεν έχουν οδηγήσει.

Η χώρα δεν απέφυγε την οικονομική αιμορραγία μιας πολεμικής αναμετρήσεως, η οποία θα μπορούσε να ξεσπάσει την μοιραία νύκτα. Η αφιέρωση πρωτοφανών οικονομικών πόρων για την ενίσχυση της αμυντικής ικανότητος στην δεκαετία 1996-2005, σε τίποτε δεν διέφερε από τις οικονομικές θυσίες στις οποίες θα έπρεπε να υποβληθεί μετά από μία πολεμική αναμέτρηση, κίνδυνο τον οποίο είχε επισείσει η πολιτική ηγεσία. Η χώρα, όχι μόνο σήκωσε αυτό το δυσβάστακτο βάρος, αλλά άντεξε και το περιττό τεράστιο κόστος της διοργανώσεως των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, δίχως να εμποδιστεί η επίτευξη του εθνικού στόχου για σύγκλιση της οικονομίας με το επίπεδο των εταίρων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως.

Στην εξωτερική πολιτική όμως, η Ελλάδα, όχι μόνο δεν κατάφερε να θέσει φραγμό στην τουρκική επιθετικότητα, αλλά την δικαίωσε κιόλας, συμπεριλαμβάνοντας το θέμα των «γκρίζων ζωνών» στις άτυπες διερευνητικές ελληνοτουρκικές επαφές που δρομολογήθηκαν. Κατά συνέπεια, δεν υπήρξε ουσιαστικό όφελος από την διευθέτηση που επιτεύχθηκε στην κρίση των Ιμίων, εφόσον η οξύτητα των σχέσεων με την Τουρκία διαιωνίστηκε.

Η παρούσα εργασία δεν αποσκοπεί σε μία απλή χρονολογική περιγραφή. Με σπονδυλωτή μορφή, επιχειρεί την όσο το δυνατόν αναλυτικότερη περιγραφή των κυριοτέρων γεγονότων, σε πολιτικό και στρατιωτικό επίπεδο. Πολλές πτυχές της κρίσεως, δεν εξετάστηκαν ποτέ με την δέουσα προσοχή, είτε εσκεμμένως, είτε από αντικειμενική αδυναμία όσων των προσπάθησαν. Η σοβαρότητα των όσων εξελίχθηκαν σε πολλαπλά επίπεδα (πολιτικές ηγεσίες, Ένοπλες Δυνάμεις, μυστικές υπηρεσίες) φάνηκε από την σταδιακή αποκάλυψη νέων στοιχείων όλα αυτά τα χρόνια. Αποκαλύψεις, είτε ως αποτέλεσμα μαρτυριών που κατέθεσαν πρωταγωνιστές, είτε επιμελημένης εργασίας από σοβαρούς εκπροσώπους των μέσων μαζικής ενημερώσεως. Αυτή η αποσπασματική αποκάλυψη στοιχείων, επιχειρείται, πέρα από οιεσδήποτε σκοπιμότητες, να συγκεραστεί σε αυτή την εργασία, ώστε, μέσα από τα σημαντικότερα γεγονότα που επηρέασαν, να γίνει μία όσο το δυνατόν πιο πιστή στην πραγματικότητα απόδοση των γεγονότων. Φυσικά, δεν διεκδικούνται δάφνες περί αποκαλύψεως όλης της αληθείας. Θέλω να πιστεύω όμως ότι η εργασία αυτή θα ρίξει καινούργιο φως σε πολλές πτυχές των γεγονότων. 

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι κατά την κρίση αποκαλύφθηκαν αδυναμίες και προβλήματα, όπως και σφάλματα, τα οποία διέπραξε η πολιτική όσο και η στρατιωτική ηγεσία. Στην παρούσα εργασία κυριαρχεί η ανάδειξη αδυναμιών και σφαλμάτων σε στρατιωτικό επίπεδο, εξαιτίας της ειδικεύσεως του γράφοντος. Ωστόσο, απορρίπτεται ευθέως η υπεραπλουστευτική και εσκεμμένως καλλιεργημένη θεωρία, ότι ο κύριος υπαίτιος της μοιραίας καταλήξεως ήταν οι Ένοπλες Δυνάμεις. Ο γράφων θεωρεί ότι η πολιτική ηγεσία επέδειξε υποκρισία σε σημείο προσβολής της κοινής λογικής και του δημοσίου αισθήματος. Στοιχείο που αντικατοπτρίζει το μέγεθος των ευθυνών της.

Η περιστροφή της παρούσης εργασίας γύρω από την στρατιωτική ανάλυση και σε χρονίζοντα προβλήματα που αντιμετώπιζαν στην κρίση των Ιμίων οι Ένοπλες Δυνάμεις, αποσκοπεί στην πρόκληση γονίμου προβληματισμού πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας. Η εστίαση σε θέματα Ειδικών Δυνάμεων και Ειδικών Επιχειρήσεων, είναι φυσιολογική, εφόσον εκεί η ελληνική αμυντική οργάνωση παρουσίασε μία σοβαρή υστέρηση.

Η ανάδειξη της πολιτικής ευθύνης για την παρακμή των Ειδικών Δυνάμεων κατά την περίοδο 1975-1995, δεν αποτελεί παρά μόνο μία από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις που η πολιτική παρέμβαση αποδυνάμωσε τις Ένοπλες Δυνάμεις και την στρατιωτική ισχύ της χώρας. Παράλληλα, η αδυναμία επιδείξεως ουσιαστικής προόδου, αφού δέκα χρόνια μετά, τίποτε ουσιαστικό δεν έγινε στον συγκεκριμένο χώρο, αναδεικνύει το επιφανειακό ενδιαφέρον του πολιτικού κόσμου για την άμυνα, όσο και την μεγάλη ευθύνη της στρατιωτικής ηγεσίας.

Δέκα χρόνια μετά την κρίση, είναι φυσικό να προκύπτει εύλογα σειρά κρισίμων ερωτημάτων. Πόσο γνώριζε η πολιτική ηγεσία το σύστημα χειρισμού κρίσεων; Κατά πόσο η στρατιωτική ηγεσία είχε σαφή αντίληψη των επιχειρησιακών ικανοτήτων και των αδυναμιών που υπήρχαν; Έγιναν οι σωστές ενέργειες ώστε να θεραπευτούν τα μειονεκτήματα αυτά; Σε ποιόν βαθμό έχουν ξεπεραστεί τα προβλήματα, μέσα στην δεκαετία που μεσολάβησε;

H σπονδυλωτή δομή της εργασίας, καθιστά ελκυστικότερη την προσέγγιση του θέματος και την απάντηση τέτοιων ερωτημάτων. Οι αποκαλύψεις και οι ζωντανές μαρτυρίες, προκαλούν το ενδιαφέρον του αναγνώστη και δημιουργούν ζωηρές εντυπώσεις, για πράγματα που εξακολουθούν να αγνοούν ακόμη και οι αρμόδιοι.

Παρά τον στρατιωτικό προσανατολισμό της παρούσης εργασίας, είναι αδύνατο να μην αναλυθούν και οι πολιτικοί χειρισμοί. Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αναλυτική προσέγγιση «σκοτεινών» σημείων, όσον αφορά την διαπραγμάτευση και τις δεσμεύσεις που ανέλαβε η ελληνική κυβέρνηση, την τακτική που ακολούθησε, τον τρόπο λήψεως αποφάσεων και την χρήση ή όχι των θεσμοθετημένων οργάνων του μηχανισμού διαχειρίσεως κρίσεων.

ν πολιτικό κόσμο, ο οποίος επεδίωξε την δημιουργία συγχύσεως και την συγκάλυψη.

Η πολιτική ηγεσία, έχοντας μόλις αναλάβει την εξουσία, αδημονούσε να κυβερνήσει. Η κρίση των Ιμίων, ήταν ένας κακός εφιάλτης, τον οποίο προσπέρασε επιδιώκοντας την διατήρηση της ειρήνης. Έναντι ποίου κόστους, όμως; Η πολιτική ηγεσία έπεσε στην «παγίδα». Υπονόμευσε την εξωτερική πολιτική της χώρας, με την υιοθέτηση αντιφατικών δογματικών θέσεων που, δέκα χρόνια μετά, μόνο σε βελτίωση της καταστάσεως δεν έχουν οδηγήσει.

Η χώρα δεν απέφυγε την οικονομική αιμορραγία μιας πολεμικής αναμετρήσεως, η οποία θα μπορούσε να ξεσπάσει την μοιραία νύκτα. Η αφιέρωση πρωτοφανών οικονομικών πόρων για την ενίσχυση της αμυντικής ικανότητος στην δεκαετία 1996-2005, σε τίποτε δεν διέφερε από τις οικονομικές θυσίες στις οποίες θα έπρεπε να υποβληθεί μετά από μία πολεμική αναμέτρηση, κίνδυνο τον οποίο είχε επισείσει η πολιτική ηγεσία. Η χώρα, όχι μόνο σήκωσε αυτό το δυσβάστακτο βάρος, αλλά άντεξε και το περιττό τεράστιο κόστος της διοργανώσεως των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, δίχως να εμποδιστεί η επίτευξη του εθνικού στόχου για σύγκλιση της οικονομίας με το επίπεδο των εταίρων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως.

Στην εξωτερική πολιτική όμως, η Ελλάδα, όχι μόνο δεν κατάφερε να θέσει φραγμό στην τουρκική επιθετικότητα, αλλά την δικαίωσε κιόλας, συμπεριλαμβάνοντας το θέμα των «γκρίζων ζωνών» στις άτυπες διερευνητικές ελληνοτουρκικές επαφές που δρομολογήθηκαν. Κατά συνέπεια, δεν υπήρξε ουσιαστικό όφελος από την διευθέτηση που επιτεύχθηκε στην κρίση των Ιμίων, εφόσον η οξύτητα των σχέσεων με την Τουρκία διαιωνίστηκε.

Η παρούσα εργασία δεν αποσκοπεί σε μία απλή χρονολογική περιγραφή. Με σπονδυλωτή μορφή, επιχειρεί την όσο το δυνατόν αναλυτικότερη περιγραφή των κυριοτέρων γεγονότων, σε πολιτικό και στρατιωτικό επίπεδο. Πολλές πτυχές της κρίσεως, δεν εξετάστηκαν ποτέ με την δέουσα προσοχή, είτε εσκεμμένως, είτε από αντικειμενική αδυναμία όσων των προσπάθησαν. Η σοβαρότητα των όσων εξελίχθηκαν σε πολλαπλά επίπεδα (πολιτικές ηγεσίες, Ένοπλες Δυνάμεις, μυστικές υπηρεσίες) φάνηκε από την σταδιακή αποκάλυψη νέων στοιχείων όλα αυτά τα χρόνια. Αποκαλύψεις, είτε ως αποτέλεσμα μαρτυριών που κατέθεσαν πρωταγωνιστές, είτε επιμελημένης εργασίας από σοβαρούς εκπροσώπους των μέσων μαζικής ενημερώσεως. Αυτή η αποσπασματική αποκάλυψη στοιχείων, επιχειρείται, πέρα από οιεσδήποτε σκοπιμότητες, να συγκεραστεί σε αυτή την εργασία, ώστε, μέσα από τα σημαντικότερα γεγονότα που επηρέασαν, να γίνει μία όσο το δυνατόν πιο πιστή στην πραγματικότητα απόδοση των γεγονότων. Φυσικά, δεν διεκδικούνται δάφνες περί αποκαλύψεως όλης της αληθείας. Θέλω να πιστεύω όμως ότι η εργασία αυτή θα ρίξει καινούργιο φως σε πολλές πτυχές των γεγονότων. 

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι κατά την κρίση αποκαλύφθηκαν αδυναμίες και προβλήματα, όπως και σφάλματα, τα οποία διέπραξε η πολιτική όσο και η στρατιωτική ηγεσία. Στην παρούσα εργασία κυριαρχεί η ανάδειξη αδυναμιών και σφαλμάτων σε στρατιωτικό επίπεδο, εξαιτίας της ειδικεύσεως του γράφοντος. Ωστόσο, απορρίπτεται ευθέως η υπεραπλουστευτική και εσκεμμένως καλλιεργημένη θεωρία, ότι ο κύριος υπαίτιος της μοιραίας καταλήξεως ήταν οι Ένοπλες Δυνάμεις. Ο γράφων θεωρεί ότι η πολιτική ηγεσία επέδειξε υποκρισία σε σημείο προσβολής της κοινής λογικής και του δημοσίου αισθήματος. Στοιχείο που αντικατοπτρίζει το μέγεθος των ευθυνών της.

Η περιστροφή της παρούσης εργασίας γύρω από την στρατιωτική ανάλυση και σε χρονίζοντα προβλήματα που αντιμετώπιζαν στην κρίση των Ιμίων οι Ένοπλες Δυνάμεις, αποσκοπεί στην πρόκληση γονίμου προβληματισμού πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας. Η εστίαση σε θέματα Ειδικών Δυνάμεων και Ειδικών Επιχειρήσεων, είναι φυσιολογική, εφόσον εκεί η ελληνική αμυντική οργάνωση παρουσίασε μία σοβαρή υστέρηση.

Η ανάδειξη της πολιτικής ευθύνης για την παρακμή των Ειδικών Δυνάμεων κατά την περίοδο 1975-1995, δεν αποτελεί παρά μόνο μία από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις που η πολιτική παρέμβαση αποδυνάμωσε τις Ένοπλες Δυνάμεις και την στρατιωτική ισχύ της χώρας. Παράλληλα, η αδυναμία επιδείξεως ουσιαστικής προόδου, αφού δέκα χρόνια μετά, τίποτε ουσιαστικό δεν έγινε στον συγκεκριμένο χώρο, αναδεικνύει το επιφανειακό ενδιαφέρον του πολιτικού κόσμου για την άμυνα, όσο και την μεγάλη ευθύνη της στρατιωτικής ηγεσίας.

Δέκα χρόνια μετά την κρίση, είναι φυσικό να προκύπτει εύλογα σειρά κρισίμων ερωτημάτων. Πόσο γνώριζε η πολιτική ηγεσία το σύστημα χειρισμού κρίσεων; Κατά πόσο η στρατιωτική ηγεσία είχε σαφή αντίληψη των επιχειρησιακών ικανοτήτων και των αδυναμιών που υπήρχαν; Έγιναν οι σωστές ενέργειες ώστε να θεραπευτούν τα μειονεκτήματα αυτά; Σε ποιόν βαθμό έχουν ξεπεραστεί τα προβλήματα, μέσα στην δεκαετία που μεσολάβησε;

H σπονδυλωτή δομή της εργασίας, καθιστά ελκυστικότερη την προσέγγιση του θέματος και την απάντηση τέτοιων ερωτημάτων. Οι αποκαλύψεις και οι ζωντανές μαρτυρίες, προκαλούν το ενδιαφέρον του αναγνώστη και δημιουργούν ζωηρές εντυπώσεις, για πράγματα που εξακολουθούν να αγνοούν ακόμη και οι αρμόδιοι.

Παρά τον στρατιωτικό προσανατολισμό της παρούσης εργασίας, είναι αδύνατο να μην αναλυθούν και οι πολιτικοί χειρισμοί. Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αναλυτική προσέγγιση «σκοτεινών» σημείων, όσον αφορά την διαπραγμάτευση και τις δεσμεύσεις που ανέλαβε η ελληνική κυβέρνηση, την τακτική που ακολούθησε, τον τρόπο λήψεως αποφάσεων και την χρήση ή όχι των θεσμοθετημένων οργάνων του μηχανισμού διαχειρίσεως κρίσεων.
© 2005 Εκδόσεις ΔΟΥΡΕΙΟΣ ΙΠΠΟΣ